×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 49
Menu
A+ A A-

Ο Πόντος στον αγώνα για την ελευθερία

Σε γραπτά κείμενα αγωνιστών του ’21 πολλές φορές γίνεται μνεία για εκατοντάδες «Μαυροθαλασσίτες», «Τραπεζούντιους», «Σινωπείς», «Αργυρουπολίτες». Όλοι αυτοί οι μαχητές ήταν Πόντιοι εθελοντές που πολέμησαν γενναία για την απελευθέρωση της πατρίδας. Έδωσε, λοιπόν, και ο Πόντος τον φόρο τον αιματηρό για την ελευθερία της σημερινής πατρίδας μας.
 
Φτάνουμε στο 1800. Το σάλπισμα του πρωτομάρτυρα της λευτεριάς Ρήγα μεταφέρεται και στον Πόντο. Στον Θούριο του αναφέρεται στους Πόντιους Μαυροθαλασσινούς: «Λεβέντες Μαυροθαλασσινοί, ο βάρβαρος ως πότε θε να σας τυραννεί». Την ίδια εποχή 4.000 Μπαφραίοι θανατώνονται από τους Τούρκους, ρίχνονται δεμένοι πισθάγκωνα και πνίγονται στον ποταμό Άλυ. Οι πρόγονοι του «φίλου» Ερντογάν, επιδίδονται με μαεστρία στην μόνη τέχνη που διακρίθηκαν και διακρίνονται: την σφαγή του άμαχου πληθυσμού.
 
Το 1814 ιδρύεται η Φιλική Εταιρεία. Αρχηγός της ορίζεται ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Οι Υψηλάντες ήταν μία από τις αρχοντικές και παλιές ποντιακές οικογένειες του Φαναριού της Πόλης, κατάγονταν από την Υψηλή, ένα παλιό χωριό του Όφι, στον Πόντο. Την άνοιξη του 1821 ο Αλ. Υψηλάντης κηρύσσει τον πόλεμο της ανεξαρτησίας στη Μολδοβλαχία. Από την πρώτη στιγμή της διακήρυξης περί ελευθερίας του Υψηλάντη, Έλληνες νέοι σπουδαστές σπεύδουν από διάφορα μέρη και οργανώνονται κατά τα πρότυπά του θηβαϊκού «Ιερού Λόχου», με αρχηγό τον Λασσάνη.
 
Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, ήταν Πόντιοι. Στις 7 Ιουνίου του 1821 στο Δραγατσάνι, πέφτουν οι περισσότεροι στο πεδίο της μάχης. Από τους διασωθέντες είναι γνωστά τα ονόματα 19 Ποντίων αγωνιστών του Ιερού Λόχου. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Τούρκος σουλτάνος κήρυξε τον Ιερό Λόχο ως ποντιακή στρατιωτική μονάδα και με την πρόφαση αυτή, έσφαξε τότε τους προκρίτους της Αργυρούπολης. Επί δύο χρόνια οι κάτοικοι της Αργυρούπολης, κι άλλων περιοχών του Πόντου, δεν είχαν δικαίωμα να παίρνουν νερό την ημέρα από τις βρύσες τους, έστω κι αν αυτές βρίσκονταν μέσα στην αυλή τους. Ερμηνεύοντας το φιρμάνι οδηγούμαστε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ο Ιερός Λόχος αποτελούνταν στην πλειοψηφία του από Πόντιους φοιτητές.
 
Από την άλλη μεριά οι Πόντιοι ενίσχυσαν τον μεγάλο αγώνα της ανεξαρτησίας και με χρήματα. Ένα σοβαρό παράδειγμα οικονομικής ενίσχυσης της Ελληνικής Επανάστασης είναι και η περίπτωση του λόγιου άντρα Ηλία Κανδήλη ή Κανδήλογου. Από τη μεγάλη περιουσία που απέκτησε με το εμπόριο, ένα μεγάλο μέρος, 500 λίρες Αγγλίας, το άφησε κληρονομιά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη για τη Φιλική Εταιρεία.
 
Δεν έχουμε δυστυχώς πολλές μαρτυρίες για το θέμα της συμβολής του Πόντου στην Επανάσταση του ’21. Η ολοκληρωτική καταστροφή του Ποντιακού Ελληνισμού συνεπέφερε και καταστροφή των μαρτυριών.
 
Για 100 χρόνια από την επανάσταση του ’21 ανθούσε η ευλογημένη γή των Κομνηνών. Ως την μαύρη μέρα. Και μετά σιωπή, απόκρυψη, άψογη στάση. Τίποτε δεν πρέπει να λεχθεί που θα ερεθίσει τους Τούρκους, η ελληνοτουρκική φιλία δεν πρέπει να διαταραχθεί με ασήμαντες λεπτομέρειες. Η ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, τα μεγαλεία και οι άθλοι της Ρωμανίας να λησμονηθούν. Ανάγκη μεγάλη να μάθει ο Ρωμηός πως η ιστορική μνήμη είναι ασυμβίβαστη με την δολοφονική Νέα Τάξη Πραγμάτων. Η μόνη αναφορά που ανέχεται «το εθνικό κέντρο» για τον Πόντο είναι τα συκοφαντικά ανέκδοτα. Θα ακουστούν μεθαύριο στα μηνύματα των επισήμων για την Επανάσταση του 21, οι γνωστές κοινοτοπίες, οι νεφελώδεις και πομπώδεις φράσεις, ο στόμφος πίσω από τον οποίο κρύβεται το τίποτα. Θα ακουστούν οι «τροπαιούχοι του άδειου λόγου»… Θα αναπεμφθούν οι ηχηρές γελοιότητες περί της Ενωμένης Ευρώπης, της ανάπτυξης, τα ίδια, μονότονα πράγματα θα ξανακουστούν…
 
«Τότε μεγαλουργούσαν οι καρδιές, τώρα μεγαλουργούν τα χρήματα» έλεγε ο Κανάρης. Τότε το ’21 ξεσηκώθηκαν καρδιές ρωμαίικες, τώρα επικάθησαν στο σβέρκο μας Γραικύλοι, που ονομάζουν την ανανδρία τους σωφροσύνη. («Το σώφρων του ανάνδρου πρόσχημά έστι», λέει ο Θουκυδίδης). Η Οικονομία του Θεού και το αίμα του Κολοκοτρώνη, του Μπότσαρη και των άλλων ηρώων μας απελευθέρωσαν και η οικονομία των σημερινών προδοτών μας ξαναβυθίζει σε μία νέα σκλαβιά και κατοχή.
 
Πηγή: Τριμηνιαία έκδοση, Η Φανερωμένη, τ. 15, σ.24-27,  Ιανουάριος – Μάρτιος 2014
Πηγή: Pemptousia

Πηγή: e-pontos
Διαβάστε περισσότερα...

Ξαναζωντάνεψε η συμμορία του Τοπάλ Οσμάν στην Κερασούντα του Πόντου

Ξαναζωντάνεψε η συμμορία του Τοπάλ Οσμάν στην Κερασούντα του Πόντου

Σκηνές... απείρου κάλλους στην Κερασούντα με πρωταγωνιστές τον εθνικιστή Μπαχτσελί και υμνητές του σφαγέα Τοπάλ Οσμάν

Κατά την προεκλογική περιοδεία του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) στην ιστορική και συνάμα μαρτυρική για τους Έλληνες πόλη της Κερασούντας, παρουσία του πρόεδρου του κόμματος Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ξαναζωντάνεψε η συμμορία του σφαγέα των Ελλήνων του Πόντου Τοπάλ Οσμάν.

Ειδικότερα, ενώ κινούνταν η πομπή λεωφορείων και αυτοκινήτων του κόμματος ΜΗΡ, με επικεφαλής τον Μπαχτσελί, από τα Κοτύωρα προς την Κερασούντα, στην είσοδο της πόλης της Κερασούντας την προϋπάντησαν εννέα έφιπποι, ντυμένοι με τις τοπικές ποντιακές στολές, ξυπνώντας μνήμες της δράσης της συμμορίας του Τοπάλ Οσμάν.

Στη συνέχεια η πομπή, με τους έφιππους να την οδηγούν, κατευθύνθηκε στην Πλατεία Τοπάλ Οσμάν της Κερασούντας, όπου ο Μπαχτσελί μίλησε σε περίπου 3.000 οπαδούς του κόμματός του. Ο ηγέτης του εθνικιστικού κόμματος κατηγόρησε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι χρησιμοποιεί τη θρησκεία για ψηφοθηρικούς λόγους, κάτι που δεν συνάδει με τη φύση της μουσουλμανικής πίστης. Ο Μπαχτσελί κάλεσε τους ψηφοφόρους να καταδικάσουν το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στις εκλογές της 7ης Ιουνίου.

Πηγή: pontos-news

Διαβάστε περισσότερα...

Από την Άλωση της Πόλης και της Τραπεζούντας, στην Άλωση της Εθνικής Μνήμης

του Κωνσταντίνου Φωτιάδη Καθηγητή Ιστορίας.

Ο Μάιος μήνας, ο καλομηνάς, ιστορικά στη συνείδηση του Ελληνικού λαού έχει ιδιαίτερη διαχρονική αξία. Είναι ο μήνας που γεννήθηκε με την ίδρυση της, αλλά και αλώθηκε, η Βασιλεύουσα, η πρωτεύουσα του Οικουμενικού πολιτισμού, η Κωνσταντινούπολη. Είναι ο μήνας της προσωρινής λύτρωσης του μικρασιατικού ελληνισμού, με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη και την προετοιμασία ολοκλήρωσης του υγιούς οράματος της Μεγάλης Ιδέας, στο γεωγραφικό χώρο, όπου εθνολογικά, στις αρχές του 20ου αιώνα, ο ελληνισμός ήταν η πρώτη δύναμη. Είναι όμως και ο τραγικός μήνας της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, που τα τελευταία χρόνια την θυμηθήκαμε και την τιμούμε περιστασιακά. Τον ωραιότερο μήνα του χρόνου, τον Μάιο, ο ελληνισμός, όπως γράφει ο Σερ Στήβεν Ράνσιμαν « Περιέχει το κοσμικό αλλά και καθαγιαστικό γενέθλιο της κορωνίδας των πόλεων αλλά και την άλωση της».

Η Άλωση της Βασιλεύουσας, κατά τον ακαδημαϊκό Ζέπο, «υπήρξε το τέρμα της αγωνίας που γνώρισε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ήδη από αρκετούς αιώνες πριν. Υπήρξε η κάθαρση του δράματος που παίχθηκε σε βάρος της υπερχιλιόχρονης Αυτοκρατορίας με πρωταγωνιστές τους κάθε λογής εχθρούς της σ’ Ανατολή και Δύση. Υπήρξε ειδικότερα το θλιβερό τέρμα της αγωνίας που γνώρισε η συρρικνωμένη Αυτοκρατορία στα χρόνια του τελευταίου αυτοκράτορα, στα χρόνια του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ του Παλαιολόγου, του ηρωικού αυτού ηγεμόνα, που με τον θάνατο και την θυσία του σφράγισε το τέλος μιας εποχής δοξασμένης στην μακραίωνα ιστορία του Ελληνισμού».

Ο ηρωικός θάνατος του αυτοκράτορα συνέπεσε με τον θάνατο της Βασιλεύουσας, αλλά και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Είναι δύσκολο σήμερα να μιλά κανείς ιστορικά για την άλωση της Πόλης. Μία διεστραμμένη λογική ψευτοπροοδευτισμού και ιδεολογικού φακελώματος που συνειδητά επινοήθηκε και καλλιεργήθηκε μέσα από τους μηχανισμούς του ίδιου του ελλαδικού κράτους, των κομμάτων, των κοινωνικοπολιτικών και πνευματικών συντεχνιών, εγκλώβιζε και εγκλωβίζει ένα μεγάλο ποσοστό συνελλήνων να εκφράζονται ελεύθερα. Ο κίνδυνος της ετικέτας του εθνικιστή είναι στις φαρέτρες των αποδομητών της ιστορίας και της αλήθειας, που δυστυχώς πρωταγωνιστούν στα κέντρα των αποφάσεων.

Η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ θυμάται παλαιότερα τους ξένους φοιτητές της στη Σορβόννη να της στέλνουν συλλυπητήριο τηλεγράφημα κάθε 29η Μαΐου, επειδή τη θεωρούσαν εκπρόσωπο εκείνης της αυτοκρατορίας και του πολιτισμού στη Γαλλία. Αναρωτιέται όμως η ίδια, όπως είπε σε μια συνέντευξη της, ότι τα περισσότερα Ελληνόπουλα, αν τα ρωτήσεις, τί έγινε τη μέρα εκείνη, οι απαντήσεις τους θα είναι τραγικά απογοητευτικές. Ποίος ευθύνεται για αυτό το κατάντημα; Γιατί αφαιρέθηκαν από τα σχολικά βιβλία λογοτεχνικά κείμενα και ποιήματα της άλωσης; Τί πιστεύετε, δεν έχει θέση σε κάποιο κεφάλαιο των μαθημάτων ιστορίας και λογοτεχνίας η απάντηση του ηρωικού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στο μεγάλο αντίπαλο του Μωάμεθ, όταν στην πρόταση του για την παράδοση της Πόλης εκείνος, ο εθνομάρτυρας απάντησε: «Τ? δ? τ?ν πόλιν σο? δο?ναι ο?τ' ?μ?ν ?στίν ο?τ' ?λλου τ?ν κατοικούντων ?ν ταύτ?• κοιν? γ?ρ γνώμ? πάντες α?τοπροαιρέτως άποθανο?μεν κα? ο? φεισόμεθα τ?ς ζω?ς ?μ?ν». Σε απλά νεοελληνικά της αττικής διαλέκτου ποιους ενοχλούν η θαρραλέα απάντηση του «Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε στις δικές μου προθέσεις είναι ούτε σε κανενός άλλου απ' όσους κατοικούν σ' αυτή, γιατί όλοι με κοινή απόφαση (που πήραμε) με τη δική μας αβίαστη θέληση θα πεθάνουμε και δε θα υπολογίσουμε τη ζωή μας».

Ο αυτοκράτορας, ως άλλος Λεωνίδας της Σπάρτης, αρνήθηκε τις δελεαστικές προτάσεις του αντιπάλου του. Επέλεξε ενσυνείδητα την αυτοθυσία, πολέμησε ως γενναίος, έντιμος και απλός στρατιώτης, χωρίς παράσημα, στην Πύλη του Ρωμανού, κατακτώντας μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεο των αθανάτων με το ηρωικό τέλος του. Ο χρονικογράφος Γεώργιος Φραντζής, αναφερόμενος στο στρατηγό Θεόφιλο Παλαιολόγο, που πολεμούσε δίπλα στον αυτοκράτορα και τον στρατηγό Δημήτριο Καντακουζηνό, καταθέτει στο έργο του τα τελευταία λόγια του, πριν περάσει στην αθανασία:« Κύρη μου πιότερο να πεθάνω παρά να ζήσω». Σε αυτόν το γενναίο στρατηγό αφιέρωσε ένα ξεχωριστό ποίημα ο Κωνσταντίνος Καβάφης, που τόνιζε ότι:« Τούτος ο θάνατος δεν είναι φυγή. Είναι τιμή για τον στρατιώτη, για τον αγωνιστή».

Γιατί όμως αγνοείται από την ευρωπαϊκή ιστορία η σημαντική περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας; ΄Ενας κορυφαίος βυζαντινολόγος, ίσως ο μεγαλύτερος, ο Σερ Στήβεν Ράνσιμαν, απαντά για λογαριασμό της αχάριστης Ευρώπης:« Η Δυτική Ευρώπη, με προγονικές αναμνήσεις ζήλιας για το βυζαντινό πολιτισμό, με τους πνευματικούς της συμβούλους να καταγγέλλουν τους Ορθοδόξους ως αμαρτωλούς σχισματικούς, και με μια αίσθηση ενοχής να την καταδιώκει, ότι στο τέλος είχε εγκαταλείψει την πόλη, προτίμησε να ξεχάσει το Βυζάντιο. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το χρέος της προς τους Έλληνες, αλλά θεωρούσε ότι όφειλε το χρέος μόνο στην κλασική περίοδο. Οι Φιλέλληνες που πήγαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο της ανεξαρτησίας μιλούσαν για το Θεμιστοκλή και τον Περικλή, αλλά ποτέ για τον Κωνσταντίνο. Πολλοί διανοούμενοι Έλληνες μιμήθηκαν το παράδειγμα τους, παρασυρμένοι από τη δαιμονική αυθεντία του Κοραή, μαθητή του Βολταίρου και του Γίββωνα, για τους οποίους το Βυζάντιο ήταν ένα απαίσιο ιντερλούδιο δεισιδαιμονίας, που ήταν καλύτερο να αγνοηθεί. Έτσι ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ποτέ δεν κατέληξε στην απελευθέρωση του ελληνικού λαού αλλά μόνο στη δημιουργία ενός μικρού βασιλείου της Ελλάδας».

Είναι αλήθεια ότι η αρχαιολατρία των Ευρωπαίων λειτούργησε αρνητικά για την ανάδειξη και αποκατάσταση της ιστορίας και του πολιτισμού της βυζαντινής ρωμιοσύνης. Υποπτεύομαι και μια αντιπάθεια για την μεταφορά της πρωτεύουσας από την Ρώμη στο Βυζάντιο. Η αρχαία Ρώμη ονομάστηκε Κωνσταντινούπολη, από τον ιδρυτή αυτοκράτορα της Κωνσταντίνο και έγινε σταδιακά μητρόπολη της Οικουμένης. Έγινε για 11 αιώνες το πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, γιατί υιοθέτησε επίσημα την ελληνική γλώσσα, την ελληνική σκέψη και την θρησκεία της Ορθόδοξης Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Όπως γράψει ο Τζούλιαν Νόργουϊτς, αν ο Ελληνισμός δεν ήταν ο λιμενοβραχίονας και η Κωνσταντινούπολη ο φάρος που αντιστάθηκαν στα κύματα των βαρβάρων, η σημερινή εικόνα της Ευρώπης θα ήταν πολύ διαφορετική. Χάρη σ’ αυτήν την υπερχιλιετή παρουσία αναπτύχθηκε ένας οικουμενικός πολιτισμός ο οποίος έχει ρίζες στην Ελλάδα και πτυχές σε όλα τα εδάφη που κάλυψε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, σαν συνέχεια της αρχαίας Ρώμης, στα ίχνη των Ελληνιστικών βασιλείων, στο αποτύπωμα του Μεγάλου Αλέξάνδρου.

Ο κυρίαρχος ρόλος, το μεγαλείο και η δυναμική της Βασιλεύουσας, αποτελούσε στον κόσμο της Ανατολής αντικείμενο θαυμασμού και εκτίμησης. Ο δήθεν βυζαντινός σκοταδισμός, που καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται από ορισμένους κύκλους, κυρίως εξωεκκλησιαστικούς, αποδίδει μια πλαστή εικόνα του Βυζαντινού Βίου και Πολιτισμού. Η μάθηση και τα γράμματα του κλασικού παρελθόντος ήταν αντικείμενα έρευνας και μελέτης. Το πόνημα του Μεγάλου Βασιλείου ΄Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελείντο λόγοις΄ επιβεβαιώνει την αρμονική συνύπαρξη και συνέχεια της αρχαίας και βυζαντινής σκέψης. Χωρίς τη βοήθεια των Βυζαντινών σχολιαστών και γραφέων, τονίζει ο Ράνσιμαν «θα γνωρίζαμε ελάχιστα σήμερα για τη λογοτεχνική παραγωγή της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή ήταν επίσης μία πόλη οι ηγεμόνες της οποίας επί αιώνες είχαν εμπνεύσει και ενθαρρύνει μια σχολή τέχνης χωρίς αντίστοιχο στην ανθρώπινη ιστορία, μία τέχνη που προέκυπτε από ένα συνεχώς διαφοροποιούμενο μείγμα της ψυχρής εγκεφαλικής αίσθησης των Ελλήνων για την αρμονία των πραγμάτων και ενός έντονου θρησκευτικού αισθήματος που έβλεπε στα έργα τέχνης την ενσάρκωση του θείου και τον καθαγιασμό της ύλης. Αυτή ήταν, επιπλέον, μια μεγάλη κοσμοπολίτικη πόλη, όπου παράλληλα με τα εμπορεύματα ανταλλάσσονταν ελεύθερα και οι ιδέες, και της οποίας οι πολίτες έβλεπαν τους εαυτούς τους όχι ως μία φυλετική ενότητα, αλλά ως κληρονόμους της Ελλάδας και της Ρώμης, καθαγιασμένους από τη χριστιανική πίστη».

Ένας ακόμη μεγάλος βυζαντινολόγος ο Σερ Λίβινγκστον, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, σχολιάζοντας τα επιτεύγματα του Βυζαντίου και της αρχαίας Ελλάδας υποστηρίζει ότι «Εάν επρόκειτο τα πάντα να κατα¬στραφούν, δύο μόνο φάροι θα ήθελα να διασωθούν. Ο Παρθενών και η Αγία Σοφία, η οποία είναι η συνισταμένη του ολοκληρωμένου Βυζαντινού πολι¬τισμού, όπως και ο Παρθενών είναι το κορύφωμα της αθηναϊκής μεγαλοφυΐας. Οι Έλληνες μπορούν να είναι υπερήφανοι και για τα δύο».

Πάμπολλα δημοτικά τραγούδια από όλα τα διαμερίσματα του Οικουμενικού Ελληνισμού θρηνούν το πάρσιμο της Αγιάς Σοφιάς. Η απώλεια της πολύ μεγάλη, όχι μόνο για τους χριστιανούς, αλλά για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Και επειδή οι μέρες μας είναι πονηρές και κάποιοι ήδη αναζητούν την κερκόπορτα του Παρθενώνα καλό είναι να έχουμε τις κεραίες μας ανοιχτές. Ο μεγάλος συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ, δεινός μελετητής της ιστορίας και θαυμαστής του βυζαντινού πολιτισμού, σχολιάζει με τον μοναδικό δικό του λόγο στο έργο του, «Οι μεγάλες ώρες της Ανθρωπότητας» το κακό που βρήκε την Οικουμένη η κατάληψη της κερκόπορτας: «Στην Ιστορία, όπως και στη ζωή, καμιά λύπη, καμιά μεταμέλεια δε μπο¬ρούν ν’ αναπληρώσουν την απώλεια μιας μοιραίας στιγμής όπως και χίλια χρόνια δεν μπορούν να εξαγοράσουν μιας ώρας απερισκεψία. Η ανθρωπότητα δε θα μπορέσει ποτέ να εκτιμήσει εις όλη του την έκτα¬ση το κακό που μπήκε από την Κερκόπορτα εκείνη τη μοιραία ώρα, ούτε τι έχασε ο κόσμος του πνεύματος με την κατάληψη του Βυζαντίου».

Η ιστορία οφείλει να είναι πάντα στο προσκήνιο. Να συμβουλεύεται το παρελθόν, να διδάσκεται από το παρόν, για να ελαχιστοποιεί τα μελλοντικά λάθη της. Εφιάλτες και κεκρόπορτες υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα. Η λαϊκή σοφία αποφάνθηκε:
«Την Πόλιν όντες όριζεν ο ΄Ελλεν Κωνσταντίνον,
είχεν πορτάρους δίκλωπους κ αφέντες φοβετζάρους».

Αυτό που δε μπορεί να εκτιμήσει η ανθρωπότητα το κατορθώνει με τον πιο λιτό, ακριβοδίκαιο και ρεαλιστικό τρόπο ο ίδιος ο λαός μας:
«Οι Τούρκ, όντας εκούρσευαν την πόλ τη Ρωμανίαν
επάτ’ νανε τα εκκλησιάς και επαίρ’ ναν τα εικόνας
επαίρ’ νανε χρυσά σταυρούς κι αργυρά μαστραπάδες».

Σε χρόνους δίσεκτους η ερευνητική διαδικασία καταγραφής της ιστορίας, πέρα από την κλασική μεθοδολογία αναζήτησης και ερμηνείας των ιστορικών πηγών αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει ως βασικό εργαλείο αξιολόγησης και το απόσταγμα της λαϊκής σοφίας, τα δημοτικά τραγούδια και τις παραδόσεις, σημαντικά λογοτεχνικά μνημεία, που κατέχουν ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Κορυφαία μνημεία λόγου είναι τα τραγούδια της άλωσης. Το πάρσιμο της Πόλης συγκλόνισε τη Ρωμιοσύνη. Το γεγονός της άλωσης ήταν απίστευτα εξωλογικό. Ο αδύναμος ανθρώπινος νους δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να πιστέψει το μέγεθος της μεγάλης συμφοράς. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει την δύναμη των υπερφυσικών φαινομένων, για να γίνει αποδεκτή η αρχική δυσπιστία του. Και τότε ο πόνος και ο καημός έγιναν άκλαυτος θρήνος. Αναζήτησε τα αίτια της συντέλειας και αποφάνθηκε ότι:«΄Ητανε θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει». Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Δεν διδάσκονται από τα λάθη τους. Η ιστορία, όπως μας διδάσκει ο μεγάλος Θουκυδίδης, επαναλαμβάνεται. Πολιτική ηγεσία και λαός έπρεπε να πληρώσουν για το ξεστράτημα και τα ανομήματα του:
«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλιν
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.»

Ο ελληνισμός θρήνησε με πολλά τραγούδια το πάρσιμο της Πόλης, αλλά και της δεύτερης ελληνικής αυτοκρατορίας, της Τραπεζούντας. Θρήνησε πάνω από όλα τη δική του σκλαβιά, φωτογραφίζοντας κάποιους υπεύθυνους. Το αποτέλεσμα της συμφοράς αποδίδεται με πολλή συντομία και εκφραστικότητα στους παρακάτω στίχους του Θρήνου:
«Ακεί ’ς το πέραν το λιβάδ’ μέγαν φωνήν εξέβεν,
σκοτώθαν δράκοι Έλλενοι και μυρι’ μυριάδες
οι μαύροι εχλιμίτιζαν ’ς τα αίματα βραγμένοι»

και συνεχίζει ο Θρήνος
«οι Τούρκι’ όνταν εκύκλωσαν αφκά ’ς την φτεριδεάν
χίλιους έκοψαν το πουρνό, μύριους το μεσημέριν
κ’ η μάνν’ ατ’ η χιλάκλερος ’ς τα δάκρυα εν’ βαμμένη.
Αλλοί εμάς και βάι εμάς, ελλάγεν Αφεντία…».

Στο τέλος των θρήνων όμως, τις περισσότερες φορές κρύβεται ο σπόρος της, ελπίδας, της λύτρωσης για την εθνική αποκατάσταση, έρχεται η κάθαρση.
«Η Ρωμανία κι αν πέρασεν ανθεί και φέρει και άλλο.
Αγιάννε, έπαρ’ υπομονήν, έπαρ’ και παρ’ γορίαν.
Οι Έλληνες γερούν κι ανθούν και φέρουν πάλιν άλλο».

Ο λαός, όπως γράφει ο Κ. Ρωμαίος, δεν είναι πια όχλος δειλών αιχμαλώτων, που απλώς κάθεται μοιρολατρικά «επί των ποταμών Βαβυλώνος» και κλαίει «εν τω μνησθήναι της Σιών». Η ζωή ξαναρχίζει με ένα σπουδαίο ιδανικό, την απελευθέρωση που την υποσχέθηκε ο ίδιος ο Θεός. Η Ρωμανία:
«θέλ’ απ’ ουρανού μάστοραν κι’ από την γην αργάτεν».

Αυτό είμαστε οι Έλληνες. Είμαστε οι εργάτες της γης του Θεού, που όλους αυτούς τους αιώνες δε λιποψυχήσαμε, παλέψαμε σκληρά. Οι σφαγές, οι αιχμαλωσίες, τα παιδομαζώματα, οι βίαιοι εξισλαμισμοί, ο κρυπτοχριστιανισμός, η αρπαγή της περιουσίας και της γης, η αναγκαστική φυγή σε Ανατολή και Δύση, η γενοκτονία και όλα τα άλλα βασανιστικά μέτρα τουρκοποίησης των υπόδουλων Ελλήνων μπορεί να μας οδηγούσαν: «απ’ της παράδεισος το φως στης κόλασης τη νύχτα», όπως λέει ο Κ. Παλαμάς στη «Φλογέρα του βασιλιά», αλλά την κόλαση της νύχτας τη διαδεχόταν στην πιο κρίσιμη στιγμή, το γλυκοχάραμα της ελπίδας, της ελπίδας για ζωή, για επανάκτηση της ελευθερίας. Η Μακρυγιάννια φιλοσοφία, που μιλά για τους μύριους κινδύνους που διέτρεχε ο ελληνισμός στο πέρασμα των αιώνων, αλλά και για τα αποθέματα της μαγιάς, που προστάτευαν και προστατεύουν και στους δίσεκτους καιρούς τον ελληνισμό διατηρώντας τον όρθιο, είναι και σήμερα επίκαιρη. Το σοφό απόφθευγμα του «Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά» το βιώνουμε σήμερα είναι το θείο δώρο, προζύμι του Ελληνισμού, το οπλοστάσιο του Ελληνισμού.

Με αυτό το σπουδαίο ιδανικό ο σπόρος της ελευθερίας, ο σπόρος του Οικουμενικού Ελληνισμού, άντεξε και αντέχει σε όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ρωμανίας, άντεξε και αντέχει όμως ιδιαίτερα στο μικρασιατικό Πόντο τρεις χιλιάδες χρόνια, γιατί ο εχθρός εκεί ήταν και είναι ορατός. Οι άγρυπνοι ακρίτες του Πόντου είχαν και έχουν υψηλή γνώση του κινδύνου και ξέρουν να φυλάνε Θερμοπύλες.

Δεν μπορώ όμως μερικές φορές να είμαι τόσο αισιόδοξος για μας, τους άλλοτε Τραντέλλενες του Πόντου που ζούμε πια στον ελλαδικό χώρο. Και αυτό γιατί εδώ, στη μητέρα Ελλάδα ο αόρατος εχθρός έχει πολλούς συμμάχους. Βρίσκεται μέσα στην οικογένειά μας, στα σωματεία μας, στα σχολεία μας, στα συνδικάτα, στα κόμματα, μέσα στην καρδιά του κρατικού μηχανισμού και ροκανίζει ό,τι πολυτιμότερο έχουμε.

Είμαστε περισσότερο από ενάμιση εκατομμύριο Ελληνοπόντιοι που στη συμφορά της Μικρασίας του 1922 χάσαμε το σώμα του Πόντου και σήμερα κινδυνεύουμε να χάσουμε ό,τι πολυτιμότερο κρατήσαμε τόσους αιώνες, την ψυχή μας, την κοινωνικότητά μας, τις χαρισματικές αρετές, την ταυτότητά μας, μα πάνω από όλα την εθνική μας μνήμη.

Αν δεν συνειδητοποιήσουμε τους κινδύνους που διατρέχουμε, οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια στο δρόμο της πολιτισμικής αλλοτρίωσης, της ψυχικής φθοράς, στο δρόμο της φυσικής εξόντωσης.

Δεν πάσχω από κρίση κινδυνολογίας. Είμαι φύσει αισιόδοξος γι’ αυτό και δέχτηκα με ξεχωριστή χαρά και ευχαριστώ τον πρόεδρο και το διοικητικό συμβούλιό της Ε.Μ.Σ., για την τιμητική πρόταση να είμαι ο εισηγητής της σημερινής ξεχωριστής επετειακής ημέρας. Έχω όμως υποχρέωση, πέρα από την αγάπη μου για το τον Οικουμενικό ελληνισμό και ιδιαίτερα για τον Πόντο, ως ιστορικός να καταγράψω και να αξιολογήσω εκείνες τις πηγές που αναφέρονται στην ιστορία και τον πολιτισμό μας. Να επισημάνω τις δικές μας αδυναμίες, που είναι η αλαζονεία της εξουσίας, η φιλοχρηματία, ο κομματικός ραγιαδισμός, η πηγή του κακού, αλλά και να τονίσω τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού και της πολιτείας που όλα αυτά τα χρόνια αναζητά με ζήλο ευάλωτα στελέχη αυτού του ήθους και της ποιότητας, για να κρατά δέσμιο τον ποντιακό Ελληνισμό προβάλλοντας ζητήματα ανώδυνα πολιτικά, όπως είναι ο χορός και το τραγούδι. Οι Πόντιοι δεν είμαστε πια φολκλόρ. Είμαστε το ηρωικότερο τμήμα του ακριτικού Ελληνισμού με ιστορία ξεχωριστή, η οποία βρίσκεται στους φακέλους των ιστορικών αρχείων και περιμένει. Περιμένει όλους εμάς πότε θα ξεσηκωθούμε δημοκρατικά για να διεκδικήσουμε ισότιμα με τα άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα του Ελληνισμού το δικαίωμα στην ιστορική γνώση.

Το 1913 η Ελλάδα, μετά την ενσωμάτωση της Ηπείρου και της Μακεδονίας είχε ελληνικό πληθυσμό τρία εκατομμύρια οκτακόσιες πενήντα χιλιάδες. Την ίδια χρονιά ο Ελληνισμός της Ανατολής, δηλαδή της Μικράς Ασίας, της Ρωσίας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας ήταν τέσσερα εκατομμύρια διακόσιες πενήντα χιλιάδες. Κάντε μόνοι σας αργότερα τον απολογισμό. Πόσες σελίδες της ιστορίας του Ελληνισμού της Ανατολής διδαχθήκατε στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης; Και αν δεν διδαχθήκατε καμιά σελίδα, αναρωτηθήκατε γιατί; Μήπως δεν είχαμε ιστορία;

Η παλαιοελλαδική διανόηση δίκαια κατηγόρησε το Φαλμεράυερ για τις ανθελληνικές του θέσεις ως προς την εθνολογική σύνθεση του ελλαδικού χώρου. Δεν βρήκε όμως το κουράγιο να πει μια λέξη για το άλλο βιβλίο του την «Ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας», όπου υπερτονίζει την παρουσία και την προσφορά του Ελληνισμού στην περιοχή της Ανατολίας και ιδιαίτερα τον Πόντο.

Σήμερα που έχουμε κερδίσει, για το ήθος και την εργατικότητά μας, για την κοινωνική καταξίωσή μας, την αποδοχή της πλειοψηφίας των συνελλήνων δεν νομίζετε ότι είναι καιρός να απαιτήσουμε την ανάδειξη, αξιοποίηση και προστασία της ανεκτίμητης περιουσίας μας που δεν είναι άλλη από την ιστορία και τον πολιτισμό μας; Ως πότε ο σπόρος της ελπίδας θα ανέχεται τις λευκές σελίδες της Ιστορίας; Πότε θα μάθουμε γιατί ματαιώθηκε η Δημοκρατία του Πόντου; Πότε θα μάθουμε τι γίνεται με τους εξισλαμισμένους Ρωμιούς και τους Κρυπτοχριστιανούς; Πότε θα αναδείξουμε το ζήτημα των ποντιόφωνων μουσουλμάνων; Πώς θα προστατέψουμε την εθνική μας επέτειο, την 19η Μαίου; Τι σημαίνει για μας αναγνώριση της Γενοκτονίας; Μας αγγίζει το πρόβλημα της αποκατάστασης των νεοπροσφύγων; Γιατί δε λύθηκε ως τις μέρες μας το προσφυγικό ζήτημα του 1922; Ποιοι λυμαίνονται την προσφυγική περιουσία; Ήταν σοφή η απόφαση του Βενιζέλου και του Παπαναστασίου να εγκατασταθούν οι πρόσφυγες του 1922 στη Μακεδονία; Αν ναι, τότε γιατί δεν μπαίνουμε μπροστάρηδες στο ζήτημα της Ρωμανίας; Είμαστε ικανοποιημένοι από τα μέτρα αποκατάστασης των νεοπροσφύγων; Πώς το σηκώνει η συνείδησή σας τα αδέρφια μας οι νεοπρόσφυγες που τους αποκαλούν ανιστόρητα «παλιννοστούντες» να εντάσσονταν σε προγράμματα απασχόλησης μαζί με τις «ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού»; Γνωρίζετε ποιες είναι οι «ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού»; Γνωρίζετε ότι κάποιοι ποντιοπατέρες τη δυστυχία των νεοπροσφύγων μέσα από ανύπαρκτα ή ανούσια προγράμματα την έκαναν προσωπική τους ευτυχία; Έχετε τα κότσια να τους αποκαλύψετε; Πόσοι από εμάς αντέδρασαν στα νέα γενοκτονικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση για τα ανήμπορα αδέλφια μας, τους συνταξιούχους νεοπρόσφυγες από την τέως Σοβιετική Ένωση και τους ομογενείς της Αλβανίας με την απάνθρωπη και ανήθικη απόφαση της να περικόψει τις συντάξεις πείνας που τους είχε εγκρίνει λίγα χρόνια νωρίτερα.

Ποιοι μηχανισμοί λειτούργησαν οκτώ δεκαετίες ανασταλτικά με αποτέλεσμα να μείνουν έξω από τις εθνικές προτεραιότητές μας τόσο σοβαρά θέματα;

Η Συνθήκη της Λοζάνης ήταν το νόθο και καταστροφικό προϊόν της τραγικής εξέλιξης των γεγονότων της μικρασιατικής καταστροφής, το οποίο αναγκάστηκε να υπογράψει για λογαριασμό της ηττημένης Ελλάδας ο Ε. Βενιζέλος. Εξαιτίας των ελάχιστων χρονικών περιθωρίων που είχαν οι ανταλλάξιμοι αλλά και εξαιτίας της διατύπωσης του άρθρου 1, όπου μονάχα η θρησκεία ήταν το αποφασιστικό κριτήριο της ανταλλαγής, η συνθήκη άφησε πολλά ανοιχτά εθνικά ζητήματα, τα οποία ποτέ ως τις ημέρες οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν τόλμησαν να θίξουν, αλλά ούτε καν ως διαπραγματευτικό χαρτί στους διπλωματικούς κύκλους να αξιοποιήσουν.

Η πολιτική και πνευματική ηγεσία των Ποντίων οφείλει να προωθήσει τη διεκδίκηση των εθνικών ζητημάτων μέσα από την εκάστοτε κυβέρνησης της πατρίδας μας. Διαφορετικά δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ας μην βιαστούν κάποιοι να με κατηγορήσουν ως υμνητή ακραίων συντηρητικών και φασιστικών αντιλήψεων. Ο χρόνος αποκαλύπτει όλους, και για όλους μας υπάρχει η ώρα της κρίσης.

Για τον ιστορικό Πόντο ανοιχτά ζητήματα είναι ακόμα:
Το θέμα των βίαιων εξισλαμισμών του 20ου αιώνα. Ο χρόνος μπορεί να έχει αμβλύνει μνήμες και περιστατικά ανάλογων τραγικών περιπτώσεων, όμως δεν τις έχει αποτελειώσει. Κάθε χρόνο ακούμε και για μια νέα μαρτυρία, που θυμίζει συναξάρια εθνομαρτύρων.

Εκτός από τους βίαιους εξισλαμισμούς του 20ου αιώνα, για τους οποίους υπάρχουν πολλά ντοκουμέντα, μια άλλη τραγική κατηγορία κατοίκων που ζουν ακόμα σήμερα στον Πόντο είναι οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι των περιοχών Τόνυας, Όφεως, Σουρμένων και Ματσούκας, οι οποίοι αλλαξοπίστησαν βίαια τον 17ο και 18ο αιώνα, αλλά η πλειοψηφία τους δεν ξέχασε την καταγωγή της. Ο χρόνος και οι βίαιες μέθοδοι αφομοίωσης που συστηματικά χρησιμοποιήθηκαν μπορεί να αλλοίωσαν όμως δεν εξαφάνισαν την ιστορική τους μνήμη.

Σήμερα ενενήντα δύο χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή διατηρούν ατόφια την ποντιακή γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα τραγούδια και τους χορούς. Σε CD που κυλκλοφορεί με τραγούδια του ιστορικού Πόντου ακούμε το παρακάτω δίστιχο που μας μεταφέρει γλωσσικά στην αρχαία κλασική εποχή:
«το μάτε σ’ με το μάτε μου ομοιάζουν τ’ έναν τ’ άλλο.
Άγου ειπέ τη μάνα σου να πέρομ’ τ’ έναν τ’ άλλο».

Σε ποιο άλλο γεωγραφικό διαμέρισμα του ελληνισμού μιλιέται ακόμα αυτή η καθαρόαιμη αρχαιοελληνική ντοπιολαλιά.

Στον ακριτικό Πόντο υπήρξε και υπάρχει ακόμη μια κατηγορία χριστιανών που «μεσοστρατίς στον εθνικό Γολγοθά αποκαρτέρησαν, έπεσε ο σταυρός από τον ώμο τους και ξεγέλασαν την κουστωδία των δημίων». Υπήρξαν χιλιάδες Χριστιανοί που βρήκαν το ψυχικό θάρρος, ύστερα από πάλη με τη συνείδησή τους να αντισταθούν στη νέα θρησκεία με ένα δικό τους τρόπο, για να αποφύγουν το θάνατο και τον εθνικό αφανισμό τους. Είναι εκείνοι που αναγκάστηκαν να δεχτούν επιφανειακά μόνο τον ισλαμισμό, διατηρώντας στα βάθη της ψυχής τους τη χριστιανική πίστη κι όπου οι συνθήκες το επέτρεπαν την ελληνική γλώσσα. Μ’ αυτό το θανάσιμο παιχνίδι μείνανε στην πραγματικότητα πιστοί στην ορθοδοξία και στην εθνική τους ταυτότητα. Ο Περικλής Τριανταφυλλίδης γράφει για τους κρυπτοχριστιανούς «Έλληνες χριστιανοί που δεν εδέχοντο να απαρνηθούν τη θρησκεία των πατέρων και τον εθνισμό τους , αλλά και δεν μπορούσαν να υποφέρουν τις καταπιέσεις των δεσποτών. Αυτοί που επέτυχαν να συμβιβάσουν και τα δύο. Στα φανερά παρουσιάζονται ως μουσουλμάνοι και στα κρυφά ως χριστιανοί, διατηρούντες έτσι και τη θρησκεία και τον εθνισμό των».

Οι Κρυπτοχριστιανοί αυτοί παρέμειναν στον τόπο τους, μαζί με όλους εκείνους, οι οποίοι φοβούμενοι και το αβέβαιο μέλλον, εξακολούθησαν να κρατούν μυστική την πραγματική τους πίστη, και είναι όλοι αυτοί σήμερα μαζί με τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους, οι τελευταίοι εκπρόσωποι του ελληνισμού στην Τουρκία.

Κατά συνέπεια μπορεί με βεβαιότητα να πει κανείς ότι και μετά την ανταλλαγή υπάρχουν περιοχές στις οποίες οι άνθρωποι κρατούν μυστική τη χριστιανική τους πίστη ή την εθνική τους συνείδηση, για να αποφύγουν τον γενικό εκτουρκισμό.

Αναρωτιέμαι αλήθεια, κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε τέτοιες τραγικές περιπτώσεις, κάθε φορά που διαβάζω μια άλλη κρυπτοχριστιανική μαρτυρία, αν υπάρχει άλλη χώρα που θ’ ακολουθούσε αυτή την πολιτική σε ό,τι αφορά τις δίκαιες και τίμιες εθνικές της διεκδικήσεις, όταν ξέρει πως υπάρχουν αδιάσειστα ντοκουμέντα στα διάφορα αρχεία που φωνάζουν, που μαρτυρούν την ελληνοχριστιανική καταγωγή πολλών από τους κατοίκους της σημερινής Τουρκίας.

Αναρωτιέται κανείς από μας ποια πολιτική θα ακολουθούσε η Τουρκία αν βρισκόταν στη δική μας θέση.

Οι δεσμεύσεις της Ατλαντικής Συμμαχίας και το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο φιλίας φυλάκισαν το όραμα της Ρωμιοσύνης. Διαστρεβλώθηκε συνειδητά η ιστορική αλήθεια. Ο ένοχος και γενοκτόνος εξ Ανατολών γείτονας ντύθηκε το συμμαχικό μανδύα. Πολιτική και πνευματική ηγεσία καλλιέργησαν τον από Βορρά κίνδυνο, αποπροσανατολίζοντας τον ελληνικό λαό από τον πραγματικό εχθρό.

Υπακούοντας στις εντολές των προστατών μας τα τελευταία πενήντα χρόνια επαναλαμβάνουμε συνεχώς ότι η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα και από κανένα. Ούτε για διαπραγματευτικό χαρτί στους διπλωματικούς κύκλους δεν διατηρήσαμε, ούτε διατηρούμε, το όραμα. Δεν υπάρχει γειτονικός λαός που να μην διεκδικεί κάτι από εμάς. Εμείς, στραγγαλίζοντας τα οράματα των αλύτρωτων Ελλήνων διακηρύσσουμε ανιστόρητα ίσως τη θέση ότι δεν διεκδικούμε τίποτα. Με πολύ υπερηφάνεια δεν μιλάμε πια για αλύτρωτες πατρίδες. Έχουμε φροντίσει να τις σβήσουμε από τη θύμησή μας και τις πενθούμε μόνο.

Το Δικαίωμα στην ιστορική Μνήμη κατάντησε, από λίγους, ευτυχώς, συμπατριώτες μας να θεωρείται επικίνδυνο και πηγή εθνικιστικών ιδεολογημάτων.

Πόσοι από εμάς γνωρίζουμε ότι στην πρώην Σοβιετική ΄Ενωση εκτός από τους πολιτικούς πρόσφυγες ζούσαν και ζούνε περίπου περισσότεροι από πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες Μαυροθαλασσίτες;

Πόσοι από εμάς γνωρίζουν ότι πάνω από μισό εκατομμύριο ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι περιμένουν τη βοήθειά μας;

Πόσοι γνωρίζουν το μαρτύριο των Κρυπτοχριστιανών; Και για να μην παρεξηγηθώ. Το όραμα της Ρωμιοσύνης δεν έχει τίποτα κοινό με όσους ακόμη πιστεύουν ότι καβάλα στα άλογα θα πάμε στην Πόλη να αναστήσουμε το «μαρμαρωμένο βασιλιά».

Εκεί που πρέπει να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και όλες τις αδυναμίες μας είναι το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και η προστασία της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό σε όλους μας ότι χωρίς την αναγνώριση της Γενοκτονίας θα είμαστε ένα ασπόνδυλο κομμάτι του Ελληνισμού, χωρίς Ιστορία.

Στις 13 Μαΐου 1999 ένας δημοσιογράφος που συνόδευε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο στην Αρμενία τον ρώτησε, όταν επισκέφθηκε το μνημείο της Γενοκτονίας τους: «Μήπως θα έπρεπε να έχουμε και εμείς ένα μνημείο Γενοκτονίας των Ποντίων;» Η γενναία και αφοπλιστική απάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν: «Οι Πόντιοι έχουν δίκαια παράπονα απέναντι σε όλους, γιατί ούτε την ιστορία τους διδάσκουμε επαρκώς, ούτε έχουμε αναγνωρίσει τις θυσίες τις οποίες τις ξέρουμε. Αλλά επισήμως δεν τις έχουμε αναγνωρίσει, πράγματι με έναν τρόπο, τον οποίο υπαινιχτήκατε. Δεν υπάρχει ένα μνημείο Γενοκτονίας.

Πηγή: e-pontos

Διαβάστε περισσότερα...

Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO

Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO

 
Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO
Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO
 
Το όρος Harşena και οι τάφοι στους βράχους, των Ποντίων βασιλέων, στη βόρεια επαρχία Αμάσεια της Τουρκίας, έχουν κερδίσει το δικαίωμα να προστεθούν από τον  Εκπαιδευτικό, Επιστημονικό και Πολιτιστικό Οργανισμό (UNESCO) των Ηνωμένων Εθνών, στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
 
Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO

Οι τάφοι στους βράχους των ηγετών του βασιλείου του Πόντου (3ος αιώνας π.Χ. – 1ος αιώνας μ.Χ.) είναι από τους μεγαλύτερους τάφους σε βράχο στην Ανατολία και μερικά από τα καλύτερα παραδείγματα βασιλικών τάφων στον κόσμο.

Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO
«Ο δήμος της Αμάσειας έχει καταφέρει να κερδίσει την αναγνώριση που τους αξίζει στο εξωτερικό, και έχουν ενταχθεί στον προσωρινό κατάλογο των μνημείων της Παγκόσμιας Κληρονομιάς», είπε ο δήμαρχος Cafer Özdemir, την Παρασκευή προς τους δημοσιογράφους, πριν από την υπογραφή του πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ του δήμου της Αμάσειας και τον Οργανισμό Ανάπτυξης της Κεντρικής περιοχής του Ευξείνου Πόντου.
 
Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO

Το όρος Harşena έχει ύψος 272 μέτρα και είναι από ασβεστόλιθο σε μορφή ενός αιχμηρού κώνου. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της λεκάνης που δημιουργήθηκε από τον ποταμό  Yeşilırmak, όπου βρισκόταν η αρχαία πόλη της Αμάσειας, εκεί όπου ιδρύθηκε το 301 π.Χ. το βασίλειο από τον Πέρση σατράπη Μιθριδάτη τον Α’ τον Κτίστη.
 
Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO

Η λέξη Harşena πιστεύεται ότι έχει  προέλθει από τη φράση «Harşuwana-Arşuawana» στη γλώσσα Χατιάν που σημαίνει «όμορφη ευλογημένη πόλη του ποταμού» (για την Αμάσεια).

Οι βασιλικοί τάφοι των βράχων στον Πόντο, στη λίστα της UNESCO
Υπάρχουν πέντε βασιλικοί τάφοι στο μεσαίο τμήμα του Harşena και ανήκουν στους  βασιλιάδες Μιθριδάτη, Αριοβαρζάνη, Μιθριδάτη Β΄ και Γ΄ και του Φαρνάκη Α΄, με συνολικά 21 τάφους σε βράχους στην υπόλοιπη κοιλάδα και τη γύρω περιοχή, γράφει η τουρκική εφημερίδα "Bugün".
 
Διαβάστε περισσότερα...

Ο Ελληνικός αποικισμός στον Πόντο

Όλοι οι προηγούμενοι μύθοι λειτούργησαν σαν μαγνήτες που τράβηξαν τις μεγάλες μάζες των Ελλήνων μεταναστών από την Ελλάδα στην Μικρά Ασία και τον Πόντο. Η εποχή του μεγάλου αποικισμού ξεκινά τον 8ο αιώνα π.Χ με την Μίλητο της Ιωνίας να αποικίζει την  μαύρη θάλασσα.

Σαν πρώτη αποικία αναφέρεται η Σινώπη, πόλη – μητρόπολη που με την σειρά της αποίκισε όλα τα παράλια της μαύρης θάλασσας ιδρύοντας άλλες φημισμένες πόλεις. Όμορφη και επιβλητική, η Σινώπη αναδείχθηκε γρήγορα σε ένα αξιόλογο λιμάνι, αποκτώντας πολυάριθμο στόλο και ισχύ. Απ’ αυτήν κατάγεται ο φιλόσοφος Διογένης, ο διασημότερος εκπρόσωπος της κυνικής σχολής στην αρχαιότητα.

 

Ιστορικά μαρτυρημένη ήδη από τον Ξενοφώντα το 400 π.Χ. η Τραπεζούντα ιδρύθηκε το 756 π.Χ κουβαλώντας μια ιστορία παλαιότερη και απ’ Βυζάντιο και απ’ την Ρώμη. Σαν μεγαλόπρεπη πρωτεύουσα των Κομνηνών, η πόλη γνώρισε ημέρες μεγάλης δόξας. Οι αρχαίες Εκκλησίες που στολίζουν κατανυκτικά τις γωνιές της και ένα πλήθος Βυζαντινά μνημεία της εποχής των Κομνηνών αποτελούν ζωντανού μάρτυρες του δοξασμένου αυτοκρατορικού παρελθόντος (Άγιος Ευγένιος η Χρυσοκέφαλος, Άγιος Βασίλειος, Άγιος Γεώργιος, Αγία Άννα, Αγία Σοφία κ.α). Η πόλη, την εποχή της δόξας της διατηρούσε ένα από τα πιο φημισμένα σχολεία της Ανατολής το Φροντιστήριο που έβγαλε όλη την εκπαιδευμένη γενιά των Ελλήνων του Πόντου.

Η Αμισός είναι η μοναδική πόλη που διατήρησε το παφλαγονικό της όνομα και μετά τον αποικισμό της από Έλληνες. Η σημερινή Αμισός, ονομαζόμενη Τουρκιά Σαμσούν, μέσα από μια πορεία συνεχούς ανάπτυξης έφτασε να αποτελεί την σημαντικότερη πόλη του Τουρκικοί Εύξεινου Πόντου. Παράλληλα με την Τουρκική παρουσία ο Ελληνισμός δίνει πάντα δυναμικά τον παρών του αναπτύσσοντας στην πόλη έντονη εμπορική και πολιτιστική δραστηριότητα.

Η Κερασούντα, η πόλη που εξυμνεί ο Ξενοφώντας για την φιλοξενία της, ήταν και αυτή αρχαία αποικία της Σινώπης. Είχε και αυτή το δικό της μερίδιο στη δόξα, αφού ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της αυτοκρατορίας των Κομνηνών. Διαποτισμένη έντονα από το Ελληνικό στοιχείο, άκμασαν σ’ αυτήν πολλά σχολεία και Χριστιανικές Εκκλησίες.

Απ’ τις πιο αγαπητές πόλεις των Κομνηνών ήταν η Τρίπολις. Οι Έλληνες κάτοικοι της φημισμένοι έμποροι και ναυτικοί, διατηρούσαν μέσα στο φρούριο Εκκλησία της Παναγίας και σχολεία. Από τις τρεις  Εκκλησίες της πόλης Μητρόπολη ήταν η Εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Επιβλητική ήταν επίσης η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Πουλαντζάκη (πιθανά η αρχαία Πολεμωνιάς), όπου κατοικούσαν μόνο Έλληνες.

Τα Κοτύωρα (= φρουρά ή κάστρο του Κότυ), αλλιώς Ορντού (=στρατός) είναι η πόλη από την οποία ξεκίνησαν οι Μύριοι του Ξενοφώντα για την Ελλάδα τον Μάιο του 400 π.Χ. Σημαντικό μέρος του μικτού πληθυσμού της πόλης αποτελούσαν οι Έλληνες, που με την επιτυχία τους στο εμπόριο κατάφεραν να αναπτύξουν ένα υψηλό επίπεδο ζωής. Τα Ελληνικά σχολεία έκανα και εδώ ισχυρή την παρουσία τους, ενώ είχε 3 Ελληνικές Εκκλησίες.

Μια μικρή πόλη πολύ κοντά στην Τραπεζούντα ήταν τα Πλατάνια με Έλληνες κατοίκους, δύο εκκλησίες και σχολεία. 30 χιλιόμετρα νότια απ’ αυτά βρίσκονται τα γνωστά Τόνια, τα χωριά της Θοανίας.

Η μυθική πεδιάδα των Αμαζόνων, τα Θεμίσκυρα, ο σημερινός Τσαρσαμπάς, εκτείνεται στοιχειωμένη απ’ τα μυστήρια των μύθων της κοντά στον Θερμόδοντα ποταμό.

Πατρίδα της Αγίας Βαρβάρας ήταν η Μερζεφούντα, γνωστή στα αρχαία χρόνια ως Ηλιούπολις και σήμερα ως Μέρζεφον. Εκεί ιδρύθηκε από τους αμερικάνους το Κολέγιο ‘’Ανατόλια’’ που μεταφέρθηκε στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης με άδεια του Βενιζέλου μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Η Αμάσεια πατρίδα του αρχαίου γεωγράφου Στράβωνα χτισμένη αμφιθεατρικά ανάμεσα σε δύο βουνά, με τον ποταμό Ίρι να την διασχίζει και τους λαξευτούς τάφους των Μιθριδατών βασιλέων, σημάδεψε τον Ποντιακό Ελληνισμό του 20ου αιώνα με τα δικαστήρια που έστησε ο Κεμάλ Ατατούρκ το 1921 για να εξαφανίσει το Ελληνισμό.

Μεγαλούπολη με πολλά εργοστάσια χαλκού η Τοκάτ, ή αλλιώς η αρχαία Ευδοκία. Από τις καθαρά τουρκικές πόλεις ήταν η Σεβάστεια, το σημερινό Σίβας, στην οποία η Ελληνική παρουσία περιοριζόταν σε 40 μόνο οικογένειες. Μειοψηφία αποτελούσαν επίσης οι Έλληνες στη γνωστή Νικόπολη, το Σεμπίν Καραχισάρ ή Γαφασάρη στα ποντιακά.

Αλλά και στη Νεοκαισάρεια, το σημερινό Νικησάρ, το τούρκιο στοιχείο επικρατούσε του ελληνικού. Τούρκοι αγρότες, πολλοί Αρμένιοι και λίγες οικογένειες Ελλήνων αποτελούσαν τον μικτό πληθυσμό της πόλης.

Η γραφική Ποντιακή ομορφιά με το ιδιαίτερο τοπικό χρώμα της εκπροσωπούνταν πάντοτε από την Οινόη, την ωραιότερη επαρχία του Πόντου, που είχε την τύχη να απολαμβάνει ειδικά προνόμια και να έχει Έλληνα διοικητή. Εδώ οι τούρκοι και οι αρμένιοι υστερούσαν αριθμητικά των Ελλήνων.

Η Φάτσα, η αρχαία Βαδασάνη, με μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου κι αυτή να την στολίζει, τα 2 ελληνικά σχολεία και στο παρθεναγωγείο της πόλης.

Σε κάθε γωνιά του Πόντου οι Έλληνες αναμφισβήτητα έδιναν δυναμικά τη μάχη τους για να διατηρήσουν τη θρησκεία τους και να προβάλλουν τον πολιτισμό τους. Η πόλη όμως που θεωρείται επάξια ως πηγή της αναγέννησης του Ελληνισμού στον Πόντο είναι η Αργυρούπολη, που γνώρισε μεγάλη ακμή χάρις στα μεγαλεία της, στον πλούτο της και στα προνόμια που απολάμβανε. Οι κάτοικοί της, πιστοί Κρυπτοχριστιανοί, επανήλθαν στο Χριστιανισμό μετά το Χάττι Χουμαγιούν το 1856. Το παρθεναγωγείο της και πολλά σχολεία προσέφεραν αξιόλογη παιδεία, ενώ ανάμεσα στις πολλές εκκλησίες της ξεχώριζε η Μητρόπολη του Αγ. Γεωργίου. Δίπλα στους Έλληνες οι Αρμένιοι διατηρούσαν ανθηρή μια δική τους αποικία.

Στην επαρχία της υπήρχαν πολλά ηρωικά χωριά που έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο επί τουρκοκρατίας, με το αντάρτικο και τους Κρυπτοχριστιανούς (Κρώμνη, Σάντα, Σταυρίν, Ίμερα, Άρδασσα κ.α)

Στα ανατολικά όρια του Πόντου η όμορφη παραθαλάσσια πόλη Ρίζαιον, η αρχαία Ριζούς ή το Ριζέ των τούρκων, προσέφερε στους κατοίκους της τη δυνατότητα να γίνουν έξοχοι ναυτικοί και έμποροι.

Τα αρχαία Σουσάρμενα του Αρειανού δεν πρέπει να ήταν άλλα από τα Σούρμενα, αυτό το σύνολο όμορφων χωριών, τα παράλια των οποίων αγκάλιαζαν προστατευτικά έναν σημαντικό αριθμό Χριστιανών. Κύρια απασχόληση των κατοίκων ήταν κι εδώ το εμπόριο.

Μικρότερες ελληνικές κοινότητες με έντονη εμπορική δραστηριότητα υπήρχαν στις πόλεις Ερζικιάν, η αρχαία Αρσίγγη, στο Μπαιπούρτ, η αρχαία Βαρβέτη, και στο Ερζερούμ η αρχαία Θεοδοσιούπολις, που ανήκε στο Πατριαρχείο Αντιόχειας.

Σκαρφαλωμένη εντυπωσιακά στους πρόποδες του βουνού του Προφήτη Ηλία, το Αλατσάμ, η αρχαία Λεοντούπολη, είχε στολίδια της τις 17 εκκλησίες της, από τις οποίες γνωστές είναι του Αγίου Νικολάου και του Μιχαήλ Αρχαγγέλου. Πλούσια και σε μορφωτικά ιδρύματα, η επαρχία διέθετε 10 αρρεναγωγεία και 3 παρθεναγωγεία.

Τέλος, στις εκβολές του ποταμού Αλυ απλώνεται η Πάφρα η γνωστή Γαζηλών του Πόντου. Οι 107 εκκλησίες και το 1 μοναστήρι της μαρτυρούν ένα διάχυτο χριστιανικό πνεύμα και μια μοναδική ευλάβεια που διέπνεε την πόλη. Εκτός από την Μητρόπολη ονομαστές ήταν οι εκκλησίες τους Αγίου Βασιλείου και της Αγίας Μαρίνας. Η πόλη πρέπει να είχε ανεβασμένο μορφωτικό επίπεδο, αφού λειτουργούσαν σ’ αυτήν 80 αρρεναγωγεία και 17 παρθεναγωγεία. Το ανεπτυγμένο εμπόριο καπνού λόγω της καπνοφυτείας, όπως και στην επαρχία Αλατσάμ, χάρισε στην περιοχή μεγάλο πλούτο.

Την εποχή που ο Μέγας Αλέξανδρος άρχισε την εκστρατεία του προς την Ανατολή, στον Πόντο πολλές ελληνικές πόλεις ήταν φόρο υποτελείς στο μεγάλο βασιλιά της Περσία. Όταν όμως η Περσική κυριαρχία δέχθηκε το καίριο πλήγμα από τον Μέγα Αλέξανδρο και διαλύθηκε, οι πόλεις αυτές απέκτησαν την ανεξαρτησία τους.

Ο Πόντος ήταν ένα σταυροδρόμι όπου θρησκείες και πολιτισμοί διαφόρων λαών έσμιγαν και αναμειγνύονταν δημιουργώντας με την ποικιλότητα τους ένα πολυδιάστατο πολιτιστικό και θρησκευτικό κράμα. Οι Τούρκοι, Οι Αρμένιοι, Οι Έλληνες και οι άλλοι λαοί που κατοικούσαν τα Ποντιακά χώματα ο ένας δίπλα στον άλλον κουβαλούσε ο καθένας το φορτίο της ιστορίας του, που μοιραία βάραινε πάνω στην ιστορία των άλλων συγκατοίκων λαών. Αυτή η συνύπαρξη δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στην υγιή ανταλλαγή ιδεών και στην νόθευση της πολιτιστικής και θρησκευτικής ακεραιότητας του κάθε λαού από ξενόφερτα στοιχεία. Κάτι τέτοιο είναι φανερό στον τομέα της θρησκείας, όπου δίπλα στους πανάρχαιους Ολύμπιους θεούς των Ελλήνων βλέπουμε να παίρνουν την θέση τους και άλλες θεότητες, κληρονομιά της Περσικής κυριαρχίας όπως ο θεός του φωτός Μίθρας κ.α. Βέβαια μέσα σ’ αυτήν την νεοδημιουργημένη μικτή κουλτούρα των συνυπαρχόντων λαών του Πόντου υπερίσχυε ο Ελληνικός πολιτισμός, καθώς οι Έλληνες υπερείχαν όχι μόνο αριθμητικά αλλά και σε ουσία με τόσα χρόνια ιστορίας πίσω τους που δεν σήκωνε κανέναν ανταγωνισμό. Μέσα απ’ αυτό το συνοθύλευμα λαών και πολιτισμών ξεπήδησε στα τέλη των αλεξανδρινών χρόνων ένα νέο πολυσύνθετο κράτος, που πήρε τη μεγαλόπρεπη ονομασία ‘’Βασίλειο του Πόντου’’.
Διαβάστε περισσότερα...

Ο Εύξεινος Πόντος και οι μύθοι του

Ο Πόντος, δυναμικά παρών στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας ήδη από την εποχή του Ξενοφώντα, περιορίζεται τότε στα νότια παράλια της μαύρης θάλασσας. Μέσα από μια πολυτάραχη πορεία στα μονοπάτια του χρόνου και της ιστορίας καταλήγει να οριοθετηθεί από τον Φάση ποταμό στην Κολχίδα μέχρι τον Άλυ ποταμό και τη Σινώπη, ενώ η αγέρωχη οροσειρά του Παριάδρυ και του Σκυδίση αποτελεί το φυσικό σύνολο που ξεχωρίζει απ’ αυτόν την υπόλοιπη Μικρά Ασία.

Περιοχή ευλογημένη με άγρια φυσική ομορφιά, ο ορεινός Πόντος με τις απόκρημνες χαράδρες και την πλούσια βλάστηση διαρρέετε από μικρά και μεγάλα ποτάμια, όπως ο Άλυς, ο Λύκος, ο Ίρις κ.α. Με πλούσια παραγωγή οπωρικών και δημητριακών, με αυξημένη παραγωγή ξυλείας λόγο των άφθονων δασών και με υπέδαφος πλούσιο σε άνθρακες, χαλκό και άργυρο ο Πόντος έχει την τύχη να είναι προικισμένος ποικιλοτρόπως με αγαθά της μητέρας Φύσης. Δεν είναι τυχαίο που οι αρχαίοι Έλληνες επέλεξαν την λέξη ‘’ Πόντο’’, την προσωποποίηση δηλαδή της θεότητας της θάλασσας, για να ονομάσουν (Εύξεινο Πόντο) τη μεγάλη κλειστή θάλασσα που εκτείνεται από τα νότια παράλια της Ρωσσίας (Κριμαίας) ως τα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας. Όλοι αυτή η περιοχή τυλίχτηκέ από πολύ νωρίς να ευφάνταστα πέπλα μύθων, που έκαναν την φαντασία των Ελλήνων να καλπάζει και να δημιουργεί έναν Πόντο γεμάτο μυθικούς θησαυρούς και πλούτη. Γι’ αυτούς ο Πόντος ήταν ένα κάλεσμα στην περιπέτεια που τους μαγνήτιζε με το μυστήριο του. Κάπως έτσι ξεκίνησαν οι πρώτοι Ελληνικοί αποικισμοί από ανθρώπους που αναζητούσαν τα πλούτη και την περιπέτεια σε μια περιοχή στοιχειωμένη από τους μύθους του Προμηθέα, των Αμαζόνων, του Φρύξου και της Έλλης, της αργοναυτικής εκστρατείας.   

Διαβάστε περισσότερα...

Ο Πόντος στην μυθολογία

Σήμερα, στη λέξη Γενοκτονία η σκέψη μας αυτόματα πηγαίνει στα δύο τραγικά γεγονότα του αιώνα μας, τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915 από τους Νεότουρκους και τη Γενοκτονία των Εβραίων και των σλαβικών λαών το 1940-44 από τους Γερμανούς.
Στον 20ό αιώνα διαπράχθηκαν, αλλά και διαπράττονται ως τις μέρες μας, εγκλήματα Γενοκτονίας και σε άλλους λαούς, που συνειδητά η Νέα Τάξη πραγμάτων προσπάθησε και προσπαθεί να υποβαθμίσει. Ένας από αυτούς τους λαούς, που έχει υποστεί όλες τις μορφές και τις μεθόδους γενοκτονίας και συγκεκριμένα από το ίδιο στρατοκρατικό καθεστώς που είναι υπεύθυνο για το ολοκαύτωμα του αρμενικού λαού, τον αφανισμό της κουρδικής εθνότητας τη συρρίκνωση των Eλλήνων της Kωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Tενέδου και τη διχοτόμηση της Κύπρου, είναι και ο ελληνισμός του Πόντου.
H Γενοκτονία των Eλλήνων του Πόντου, σε αντίθεση με των Aρμενίων, επισκιάστηκε είτε από τον όγκο των τραγικών περιπτώσεων του αρμενικού λαού, επειδή συνέπεσε χρονικά ,είτε γιατί αποσιωπήθηκε από κυβερνητικές και διπλωματικές επιταγές στο όνομα κάποιων διακρατικών συμφωνιών και συμφερόντων. Tο γενοκτονικό σχέδιο των Nεοτούρκων απέβλεπε στην πρώτη φάση στον αφανισμό όλων των χριστιανικών εθνοτήτων και στη δεύτερη στην τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων.
«Oι Nεότουρκοι», έγραφε ο F. Sartiaux, «αποκάλυψαν το μεγαλεπήβολο σχέδιό τους, την εξόντωση δηλαδή όλων των ιθαγενών Xριστιανών της Mικράς Aσίας. Ποτέ, σε καμιά περίοδο της ιστορίας, κανένα πιο διαβολικό σχέδιο δεν είχε στοιχειώσει τη φαντασία του ανθρώπου.

H «ερυθρά» σφαγή ολοκληρώθηκε από ένα σύστημα που λέγεται «λευκή» σφαγή. Πρόκειται για την αργή εξόντωση από την κακομεταχείριση, τις εκτοπίσεις, το κρύο, την παρατεταμένη στέρηση νερού και τροφής, τον αποκλεισμό σε μπουντρούμια, τόσο μικρά, που να μη χωράς όρθιος. O φανατισμός και η κτηνωδία του Eμβέρ, η πιο ψυχρή, μα κυνική φαντασία του Tαλαάτ αγαλλίασαν μ' αυτή την τρομερή επινόηση. Mπορούσαν να ισχυριστούν πως τις εκτοπίσεις τις απαιτούσαν οι στρατιωτικές ανάγκες και πως τα χέρια τους δεν είχαν λερωθεί με αίμα, γιατί οι χριστιανοί πέθαιναν μόνοι τους στο δρόμο!»

Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γερμανού πρεσβευτή στην Kωνσταντινούπολη Mέττερνιχ, οι Nεότουρκοι προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις εκτοπίσεις των Eλλήνων που ζούσαν στα παράλια της Mαύρης Θάλασσας με την πρόφαση ότι οι Pώσοι είχαν εξοπλίσει τον ελληνικό πληθυσμό και φοβούνταν για το λόγο αυτόν μια ελληνική εξέγερση. H επιχειρηματολογία όμως αυτή ήταν αστήριχτη, αφού ο πληθυσμός που κατά κύριο μέρος εκτοπίστηκε, αποτελούνταν από γυναίκες, παιδιά και γέρους. Oι ικανοί για όπλα είχαν κληθεί και καταταγεί στο στρατό ή βρίσκονταν στα βουνά και στο εξωτερικό.

Στις 16 Iουλίου 1916 ο Γερμανός πρόξενος της Aμισού Kückhoff ενημέρωνε τηλεγραφικά το υπουργείο Eξωτερικών, στο Bερολίνο για την τύχη των Eλλήνων της δικαιοδοσίας του: «Aπό αξιόπιστες πηγές ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Kαστανομής έχει εξοριστεί. Eξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δε δολοφονείται, πεθαίνει ως επί το πλείστον από τις αρρώστιες και την πείνα»...
Σ' ολόκληρο τον Πόντο πια περιόδευε ο θάνατος με τις πιο φρικτές μορφές του. Aπό τη Pωσία, η Eλληνική Πρεσβεία της Πετρούπολης πληροφορούσε το υπουργείο Eξωτερικών για την τραγική κατάσταση των κατοίκων της περιφερείας Tραπεζούντας: «...Tην 15ην Aπριλίου οι κάτοικοι των 16 χωριών της περιοχής Bαζελώνος, περιφερείας Tραπεζούντας, άπαντες Έλληνες, λαβόντες διαταγήν των τουρκικών στρατιωτικών αρχών να φύγωσιν εις το εσωτερικόν της Aργυρουπόλεως και φοβηθέντες μη έμελλον καθ' οδόν να σφαγώσιν, καθ' ον τρόπον είδον σφαγέντας τους Aρμενίους, εγκατέλειπον τας κατοικίας των και εισήλθον εις τα δάση, ελπίζοντες να σωθώσι εκ ταχείας τινός προελάσεως του ρωσικού στρατού. Eκ τούτων, εις 6.000 ανερχομένων, 650 κατέφυγον εις την μονήν Bαζελώνος, εις ην προϋπήρχον και άλλοι 1.500 εκ Tραπεζούντος πρόσφυγες, 1.200 εισήλθον εις εν μέγα σπήλαιον του χωρίου «Kουνάκα» και οι λοιποί διεσκορπίσθησαν εις τα ανά δάση σπήλαια και τας διαφόρους κρύπτας. Άπασαι αι οικίαι των χωρίων τούτων ελεηλατήθησαν και αι περιουσίαι διηρπάγησαν υπό του τουρκικού στρατού. Oι εν τω σπηλαίω της Kουνάκας κρυβέντες, αναγκασθέντες εκ της πείνης, μετά συνθηκολόγησιν, παρεδόθησαν. Eκ τούτων 26 γυναίκες και νεάνιδες ίνα αποφύγωσιν την ατίμωσιν έρριψαν εαυτάς εις τινα ποταμόν κείμενον παρά το χωρίον Γέφυρα και παρά τας προσπαθείας των άλλων, προς σωτηρίαν των, επνίγησαν...».

Στις 19.12.1916 και στις 2.1.1917 ο Aυστριακός πρεσβευτής της Kωνσταντινουπόλεως Pallavicini περιέγραψε στη Bιέννη τα τελευταία γεγονότα του Πόντου που αναφέρονταν στη μαρτυρική Aμισό: «11 Δεκεμβρίου 1916. Λεηλατήθηκαν 5 ελληνικά χωριά, κατόπιν κάηκαν. Oι κάτοικοι εκτοπίστηκαν. 12 Δεκεμβρίου 1916. Στα περίχωρα της πόλης καίγονται χωριά. 14 Δεκεμβρίου 1916. Oλόκληρα χωριά καίγονται μαζί με τα σχολεία και τις εκκλησίες. 17 Δεκεμβρίου 1916. Στην περιφέρεια Σαμψούντας έκαψαν 11 χωριά. H λεηλασία συνεχίζεται. Oι χωρικοί κακοποιούνται. 31 Δεκεμβρίου  1916. 18 περίπου χωριά κάηκαν εξ ολοκλήρου. 15 εν μέρει. 60 γυναίκες περίπου βιάστηκαν. Eλεηλάτησαν ακόμη και εκκλησίες».
Eκτός από τους διωγμούς, τις εκτοπίσεις, τις αγχόνες και την ισοπέδωση των ελληνικών χωριών το διάστημα αυτό έγιναν σε όλη την περιοχή του Πόντου ευρείας έκτασης προσπάθειες εξισλαμισμού.

Ήδη το Δεκέμβριο του 1916 στα χωριά Παλτζάνα και Tρούψη είχαν γίνει εξισλαμισμοί Eλληνίδων, οι οποίες στη συνέχεια κατέληξαν σε τουρκικά χαρέμια. Aπό τις 200 ελληνικές οικογένειες στο χωριό Kορατζά απέμειναν μόνο 26, οι άλλες αφανίστηκαν. Mία από αυτές τις 26 ήταν η οικογένεια του ιερέα του χωριού, η οποία απέφυγε το θάνατο μόνο με τον εξισλαμισμό της κόρης και της νύφης. Συνολικά, από τις 51.660 Έλληνες κατοίκους της επαρχίας Kολωνείας έμεινε μόνο το ένα τρίτο. Πολλοί από αυτούς που επέζησαν, κυρίως γυναίκες και παιδιά, εξισλαμίστηκαν με τη βία.
Στις 20 Mαΐου 1919 ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος και ο γιατρός K. A. Φωτιάδης, με εντολή της Kεντρικής Ένωσης των Ποντίων Eλλήνων του Aικατερινοδάρ, αλλά και ειδική σύσταση του Oικουμενικού Πατριαρχείου επισκέφθηκαν τις εκκλησιαστικές περιφέρειες του Πόντου και κατέγραψαν με ακρίβεια την εικόνα της αγρίας και κολοσσιαίας συμφοράς του ελληνισμού. H στατιστική απογραφή με τα ποσοστιαία αναλυτικά δεδομένα συμπίπτει με την ημερομηνία άφιξης του Mουσταφά Kεμάλ στην Σαμψούντα.

H επαρχία Αμασείας είχε προ του πολέμου 136.768 Eλληνικόν πληθυσμόν, 393 σχολεία, 12.360 μαθητάς και μαθητρίας, 493 διδασκάλους και διδασκαλίσσας και 498 Eκκλησίας. Eκ του ολικού πληθυσμού 72.375 μετετοπίσθησαν ή εξωρίσθησαν, εκ των οποίων τα 70% απέθανον εν εξορία, μόλις δε οι 30% επανήλθον».

H κατάσταση στον Πόντο και ιδιαίτερα στην ύπαιθρο ήταν τραγική. Γνωστά ανυπότακτα στοιχεία συνέχιζαν να οργιάζουν κάθε νύχτα στα ελληνικά χωριά πυροβολώντας, λεηλατώντας και βιάζοντας τους ανυπεράσπιστους χωρικούς. H ζωή των Eλλήνων κατάντησε ένα απέραντο μαρτυρολόγιο.
Tο διάστημα που ο Tοπάλ Oσμάν μαζί με τους εθελοντές του προσπαθούσε να καθαρίσει τους Tσέτες των Pωμιών, ο Mουσταφά Kεμάλ, με εντολή του σουλτάνου και με την ιδιότητα του Eπιθεωρητή της 9ης Στρατιάς ξεκινούσε στις 16 Mαΐου 1919 για τη Σαμψούντα, για να προστατέψει τους Pωμιούς και τους Aρμένιους από τις τουρκικές συμμορίες (Tσέτες). O Mουσταφά Kεμάλ και οι 21 φίλοι του έφτασαν στο λιμάνι της Σαμψούντας στις 19 Mαΐου 1919.
Όταν πληροφορήθηκε ο Tοπάλ Oσμάν την επιθυμία του Mουσταφά Kεμάλ να συναντηθεί μαζί του, πήρε τους στενούς του συνεργάτες και πήγε στη Xάβζα. H πρώτη συνάντηση γνωριμίας του Tοπάλ Oσμάν με τον Mουσταφά Kεμάλ πραγματοποιήθηκε στις 29/Mαΐου 1919 στη Xάβζα.

H συνομιλία των πρωτεργατών της ποντιακής γενοκτονίας ήταν σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τον Tούρκο ιστοριογράφο Sener Cemal, η ακόλουθη: "Mουσταφά Kεμάλ: Bλέπω ότι ήσουν φιλόπατρις από τα νεανικά σου χρόνια. Aκολουθείς ακόμη και τώρα τα ιδανικά που έθεσες από τότε. Πρέπει να παλέψουμε μέχρι να απελευθερωθεί η χώρα και να μη μείνει ούτε ένας εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός. Θα υπερασπιστείς τα χωριά και τις πόλεις της Mαύρης Θάλασσας. H συμμορία σου από μια ανοργάνωτη και ανεκπαίδευτη δύναμη θα γίνει ένα τάγμα. Διοικητής του τάγματος αυτού θα είσαι εσύ. Θα σου δώσουμε νέους και θρασείς αξιωματικούς… Mε την πάροδο του χρόνου και μόλις θα έχουμε ενδείξεις ότι παρανομούν θα τους καθαρίσουμε όλους.
Tοπάλ Oσμάν: Mην ανησυχείτε καθόλου Πασά μου! Θα προσφέρω τέτοιο «θυμίαμα» στους Pωμιούς του Πόντου, που θα πνιγούν σαν τις σφήκες στις σπηλιές».
Ο αρθρογράφος της εφημερίδας Daily Telegraph, σχολιάζοντας τους κεμαλικούς διωγμούς του ελληνικού πληθυσμού της Mικράς Aσίας στην Tραπεζούντα το 1919, γράφει ότι: «Oι τωρινοί εκτοπισμοί και οι σφαγές στη Mικρά Aσία είναι χωρίς προηγούμενο στην τουρκική ιστορία. Ξεπερνούν σε σημασία αυτές της εποχής του Gladston και ακόμη και αυτές που πραγματοποιήθηκαν το 1915".
O Mουσταφά Kεμάλ και οι μετακεμαλικοί κυβερνήτες, δεν μπορεί να είναι υπερήφανοι για το απελευθερωτικό τους κίνημα, όταν στηρίζονταν σε ληστρικές και δολοφονικές ομάδες, όπως του Tοπάλ Oσμάν. Δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ότι δε γνώριζαν το γενοκτονικό του έργο, γιατί ο Murat Yüksel γράφει ότι: «Kανένας δεν άκουγε τις εκκλήσεις και τα παράπονα των δυστυχισμένων κατοίκων της Kερασούντας. Kανείς δεν έδινε σημασία στις καταγγελίες τους. Tο αρχείο των μηνύσεων στο δικαστικό μέγαρο ήταν γεμάτο με μηνύσεις εναντίον του Tοπάλ Oσμάν. Όμως μια μυστική δύναμη όχι μόνο κάλυπτε τον Tοπάλ Oσμάν, αλλά σε κάθε φόνο και σε κάθε καταγγελία τον βοηθούσε ν' ανέβει πιο ψηλά στην ιεραρχία. Ήταν ο ανώτερος αξιωματικός της Kερασούντας, ήταν το παν. Όλα τα νήματα κινούνταν απ' αυτόν. Έδινε εντολές, απαγόρευε, κρέμαγε, έσφαζε. Kανείς δεν έλεγε ούτε μια κουβέντα".

Eίναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι τα εγκλήματα των Kεμαλικών του 1921 παραδέχτηκαν ορισμένα μέλη της ανώτατης οθωμανικής κοινωνίας, τα οποία είχαν άμεση σχέση με το ζήτημα αυτό. H σημαντικότερη πολυσέλιδη αναλυτική έκθεση καταγγελία είναι του Δζεμάλ Nουζχέτ, νομικού συμβούλου του φρουραρχείου της Kωνσταντινούπολης και προέδρου της Eξεταστικής Eπιτροπής.

Στην έκθεσή του γράφει για τις σφαγές των Eλλήνων του Πόντου στην κεμαλοκρατούμενη περιοχή από τις τοπικές αρχές και τις ληστοσυμμορίες. «Tο παρά τα παράλια του Eυξ. Πόντου Eλληνικόν στοιχείον, ως εργατικόν και κατέχον το εμπόριον εις χείρας του και πλούσιον, ετύγχανε ο σπουδαιότερος παράγων της περιφερείας αύτης.
O M. Kεμάλ προς διατήρησιν των τσετών έπρεπε όπως ετοιμάση έδαφος δράσεως δι’ αυτάς και ως τοιούτον εύρε το της περιφερείας του Πόντου· αι γενικαί σφαγαί, αι αρπαγαί και εξοντώσεις εις την περιφέρειαν ταύτην ήρχισαν από τον Φεβρουάριον και διήρκησαν μέχρι του Aυγούστου· αι σφαγαί αύται και εκτοπισμοί εξετελέσθησαν ημιεπισήμως τη συμμετοχή και στρατιωτικών και πολιτικών υπαλλήλων· επειδή δε η περιφέρεια αύτη ήτο πολύ εκτενής και πλουσία, εις την καταστροφήν της έλαβον μέρος άτομα εξ όλων των τάξεων.

Aι εξ χιλιάδες των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας αποκλεισθείσαι εντός των εκκλησιών του Σλαμαλίκ, του Σουλού Δερέ, της Παναγίας και του Γκιοκτσέ Σου παρεδόθησαν εις το πυρ, και εντός αυτών εκάησαν όλοι: γέροντες, άνδρες, γυναίκες και παιδία· ουδείς εσώθη. Mερικαί εκ των γυναικών οδηγήθησαν εις το εσωτερικόν υπό των τσετών και, αφού ασέλγησαν επ’ αυτών, τας εθανάτωσαν.
Aι κινηταί περιουσίαι και τα χρήματα των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας ελεηλατήθησαν. Mετά το φρικώδες τούτο έργον αι τσέται ήλθον εις τον δήμον Aλατσάμ, όπου παρέταξαν εις γραμμήν τους εις 2.500 χριστιανούς κατοίκους, και παρασύραντες αυτούς εις τους πρόποδας των ορέων, τους εθανάτωσαν όλους. Eκ των 25.000 Eλλήνων της περιφερείας Πάφρας, Aλά-Tσάμ ενενήκοντα τοις εκατόν εξοντώθησαν, οι δε εκτοπισθέντες εθανατώθησαν εις το εσωτερικόν».
O αρθρογράφος της εφημερίδας The Morning Post γράφει ότι: «Όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τον Nέρωνα, τον Kαλιγούλα, τον Aττίλα και τον Aβδούλ Xαμίτ, χάνονται στην ανυπαρξία μπροστά στα εκατομμύρια που δολοφονήθηκαν σκόπιμα στην Tουρκία κατά τη διάρκεια των τεσσάρων προηγουμένων ετών. Στα θύματα περιλαμβάνονται αλλοδαποί εχθροί, αιχμάλωτοι πολέμου, Aρμένιοι, Έλληνες, Άραβες, κλπ.

Δεν θα μπορούσε να ήταν χειρότεροι, εκτός κι αν πραγματικοί διάβολοι είχαν την υπόθεση στα χέρια τους, κι ακόμα και τότε αμφιβάλλω, εάν θα είχαν κάνει χειρότερα. Aυτή είναι η απάντηση που δόθηκε από τον Πάστορα Frew, του οποίου το έργο ως επικεφαλής του βρετανικού ταμείου ανακούφισης, τον έφερε στην πιο στενή επαφή με τους φυλακισμένους».
O κεμαλοσουλτανικός μηχανισμός που συστήθηκε το 1922 δυσκολεύτηκε να βρει τα ενοχοποιητικά στοιχεία που ήθελε, επειδή ακριβώς δεν υπήρχαν. Γι' αυτό κατέφυγε στη γνωστή της μέθοδο της πλαστογράφησης των ιστορικών, εθνολογικών και πολιτικών γεγονότων. Kαρπός αυτής της έρευνας ήταν η έκδοση του βιβλίου Pontus Meselesi το 1922 υπό την επιμέλεια του Yilmaz Kurt, το οποίο επανεκδόθηκε το 1995, κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, επειδή το κύρος των ντοκουμέντων είναι επιλήψιμο.

Aνήσυχοι και αντίθετοι με τα σκληρά μέτρα της κεμαλικής κυβέρνησης απέναντι στους Έλληνες ήταν ακόμη και κάποιοι Kεμαλικοί Bουλευτές, ιδιαίτερα της περιοχής του Πόντου, οι οποίοι κατηγορήθηκαν από τον συνάδελφό τους βουλευτή της Προύσας Eμίν μπέη, στη συνεδρίαση της 21 Aυγούστου 1922, ως «οπαδοί του ποντιακού ιδεώδους» και παραπέμφθηκαν σε εξεταστική επιτροπή για τις μετριοπαθείς θέσεις τους και την παθητική τους στάση.

Στην Tουρκική Eθνοσυνέλευση της Άγκυρας ιδιαίτερα ξεχώρισε ο βουλευτής της Σινώπης Xακκί Xαμή μπέης, ο οποίος δυναμικά διαφοροποιήθηκε με τα μέτρα των εκτοπίσεων της κυβέρνησής τους. Στην αγόρευσή του τόνιζε: «Tο πρόσωπό μας θα είναι αιώνια κηλιδωμένο εξαιτίας των εκτοπίσεων. Eάν οι εκτοπισμοί γίνονται προκειμένου να δολοφονηθούν ανθρώπινες ψυχές, τότε κύριοι αυτό είναι άκρως αποτρόπαιο ζήτημα. Mας κηλιδώνει ενώπιον του σύμπαντος κόσμου. Γιατί τότε η κυβέρνηση δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της... Tα είδα με τα δικά μου μάτια. Έχουν γίνει τέτοιες κακότητες, κύριοι, ώστε οι κακότητες που διαπράττουν σήμερα οι υπάλληλοί μας, δεν τις διαπράττουν ούτε οι Άγγλοι...».

Στη συνέχεια, για το ίδιο θέμα πήρε το λόγο ο βουλευτής Kίρσεχιρ, Γιαχγιά Γκαλίπ, ο οποίος είπε: «...Tο ποντιακό ζήτημα είχε αρχίσει πολύ πριν... Aκούγαμε ότι οι Πόντιοι θα συγκροτήσουν μια οργάνωση, θα συγκροτήσουν μια κυβέρνηση, θα κάμουν αυτό, εκείνο. Aλλά δεν είχαμε ακούσει για την εξαφάνιση του προβλήματος διαμέσου εκτοπίσεων ατόμων... Kύριοι να είστε βέβαιοι ότι ό,τι κακό έχει αναφυεί, έχει αναφυεί από τις έκτακτες εξουσίες που παρασχέθηκαν. Δεν αντιλαμβάνομαι, εκείνο που θα ανορθώσει μια χώρα είναι οι νόμοι και εκείνο που θα την καταστρέψει η παρανομία. Έκτακτες εξουσίες σημαίνουν απολύτως κατά το κέφι του καθενός να κρεμνά και να σφάζει ανθρώπους, να καταστρέφει πόλεις, να γκρεμίζει τα σπίτια που βρίσκει μπροστά του, να εγκαταλείπει το σύμπαν σε μια καταστροφή. Γιατί τα άτομα που ασχολούνται (με την καταστολή), για να μη δώσουν λογαριασμό για κείνους που κλέβουν, πυρπολούν τα σπίτια... Aπ' όσους δημιούργησαν το Ποντιακό και από εκείνους που προκάλεσαν κακό για τον Πόντο, από μας υπήρξαν μεγαλύτερες απώλειες... Mε πρόφαση τον εκτοπισμό των Ποντίων κατέστρεψαν το βιος και τα πράγματα των χωριών... θέλω όλοι να είναι μάρτυρες ότι εγώ δεν συμφωνώ για τον εκτοπισμό κανενός. H εξορία είναι μια βόμβα για τη χώρα. Eίναι τρομερό. Πόσα χρόνια μετά θα τα πληρώσουμε... Tους εγκληματίες να τους επιλέξουν τα δικαστήρια, όπως και τους αθώους».

Στο ίδιο πνεύμα κατά την αγόρευσή του μίλησε και ο βουλευτής Mερσίνης Σαλαχαττίν μπέης: «… Mήπως είναι αυτή η επιθυμία της Eθνοσυνέλευσης να μην απομείνει κανένας μη μουσουλμάνος, να εξοριστεί και αφανιστεί και ο τελευταίος; Σε μια τέτοια περίπτωση πώς θα ζήσουμε μπροστά στον κόσμο; Kαι θα μπορέσουμε να σταθούμε; Θα με συγχωρέσετε, αλλά η διευθέτηση αυτού του προβλήματος αποτελεί τον εθνικό μας βίο.
Kάθε λαός έχει δικαίωμα ν' απαιτεί μ' επιμονή την επίσημη αναγνώριση των αδικημάτων που διαπράχθηκαν εναντίον του. H σημερινή πραγματικότητα δε δικαιολογεί νέες ολιγωρίες και αναβολές. Όταν κανείς αργοπορεί απέναντι στην Iστορία, αυτή τον εκδικείται.

H στρατοκρατική Tουρκία συνεχίζει, ως ο αληθινός τρομοκράτης, ν' απειλεί όλους τους γείτονές της στο όραμα της αναβίωσης της παντουρκικής αυτοκρατορίας, και αυτό γιατί μέχρι σήμερα δεν κλήθηκε από κανένα Διεθνή Oργανισμό ν' απολογηθεί για τα εγκλήματά της. Για το λόγο αυτό είναι συνένοχη και η ίδια η Διεθνής Kοινότητα, η οποία ανέχθηκε, ανέχεται ή και εν μέρει συνειδητά αποσιωπά τα Διεθνή της εγκλήματα. Συνένοχοι επίσης ήταν και είναι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων του Eλληνικού Kοινοβουλίου, που ως χειροκροτητές συμμετείχαν και συμμετέχουν στις αποφάσεις των εξαρτημένων από την Aμερική κυβερνήσεων, γεγονός που οδήγησε πολλές φορές τις δίκαιες διεκδικήσεις μας στα ελληνοτουρκικά θέματα σε αδιέξοδο. Παράδειγμα είναι προσβολή στην ιστορία του ποντιακού ελληνισμού η άρνηση έκδοσης των ντοκουμέντων  της γενοκτονίας από τη Bουλή των Eλλήνων, όταν υπάρχει ομόφωνη απόφαση όλων των βουλευτών της προηγούμενης Bουλής για την αναγνώριση της 19ης Mαΐου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας και την έκδοση των τεκμηριωμένων ντοκουμέντων. Oφείλουν να γνωρίζουν, όμως, όλοι αυτοί που χειρίζονται τα εθνικά μας θέματα ότι οι Πόντιοι χωρίς την αναγνώριση της γενοκτονίας δεν έχουν ιστορία.

Eίναι καιρός νομίζω να ενεργοποιηθούν κάποιοι Διεθνείς Oργανισμοί που ιδρύθηκαν, για να προστατέψουν την παγκόσμια ειρήνη. Nα αποδώσουν δικαιοσύνη σύμφωνα με το πνεύμα και με τους όρους του Xάρτη των Hνωμένων Eθνών, σεβασμό στις θεμελιώδεις ανθρώπινες αρχές. Eπιβάλλεται να συγκροτηθεί αδέκαστη ανακριτική επιτροπή από το Aνώτατο Δικαστήριο των Aνθρωπίνων Δικαιωμάτων και να φέρει στο φως μέσα από τα υπάρχοντα ντοκουμέντα, τα τραγικά γεγονότα της εποχής εκείνης. Tο αίτημα των Ποντίων Eλλήνων για την αναγνώριση της Γενοκτονίας εμπεριέχει μια δυναμική, ένα μήνυμα λύτρωσης προς την ίδια την τουρκική κοινωνία.

Φοβερή Γενοκτονία σε βάρος του Eβραϊκού λαού και των Σλαβικών λαών διέπραξε και η Γερμανία στη διάρκεια του B' Παγκόσμιου Πολέμου. Όμως η χώρα αυτή ζήτησε συγνώμη και εξιλέωση από τους συγγενείς των θυμάτων, κατέβαλε αποζημιώσεις και εξακολουθεί να τονίζει ως τις μέρες μας την ευθύνη της γι' αυτήν.
Tι τραγική ειρωνεία  όμως τα χθεσινά θύματα, προσβάλλοντας την ιστορική τους μνήμη και την αποδοχή της οικουμενικής συμπάθειας, ξεπέρασαν και ξεπερνούν σε βαρβαρότητα τους θύτες τους εξαφανίζοντας από την πατρική του γη τον αθώο παλαιστινιακό λαό που αγωνίζεται με μοναδικό όπλο τη θυσία της ζωής του στο βωμό της ελευθερίας του.

H σημερινή Tουρκία, αν θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή χώρα, μια και κόπτεται να γίνει μέλος της Eυρωπαϊκής Ένωσης, οφείλει να ακολουθήσει το γερμανικό παράδειγμα. Nα παραδεχτεί τις πολυάριθμες γενοκτονίες που διέπραξε και διαπράττει. Nα ζητήσει συγνώμη γι' αυτές και να δώσει εγγυήσεις στην ανθρωπότητα και στον εαυτό της ότι δεν θα τις επαναλάβει. Mόνο έτσι θα ελευθερώσει την ψυχή και τη συνείδηση των νέων τουρκικών γενεών από τα υπόκωφα συμπλέγματα που την κατατρέχουν και την εμποδίζουν να αφομοιώσει ουσιαστικά τις μεγάλες αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Tο Eλληνικό Kοινοβούλιο οφείλει να συγκροτήσει διακοινοβουλευτική επιτροπή και σε συνεργασία με τα πανεπιστημιακά Iδρύματα, τα προσφυγικά Σωματεία και τους άλλους λαούς της Mικράς Aσίας, που υπέστησαν ανάλογες γενοκτονίες, να προωθήσει το ζήτημα της αναγνώρισης των γενοκτονιών.
H γραμμή της ελληνικής αντίστασης στο σύγχρονο τουρκικό επεκτατισμό αρχίζει από την αναγνώριση της ποντιακής γενοκτονίας.

H καταγραφή των ντοκουμέντων γενοκτονίας από αυτόπτες μάρτυρες.
 
Mε αφορμή την προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων και την στρατοπέδευσή τους στις παραλιακές περιοχές του Xαρσιώτη ποταμού, λίγο έξω από την Tρίπολη, και μεσογειακά στη Xερίανα, οι Nεότουρκοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από την παρουσία των επικίνδυνων και ενοχλητικών Eλλήνων των πλουσίων περιοχών της Tρίπολης και Kερασούντας. Προβάλλοντας ως αιτιολογία να προλάβουν τυχόν συνεννόηση των χριστιανών με τους Pώσους αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή το καταχθόνιο σχέδιο της απομάκρυνσης των Eλλήνων για στρατιωτικούς λόγους.
Στις 3/16 Nοεμβρίου 1916 άρχισαν τους εκτοπισμούς των Eλλήνων της περιοχής Tρίπολης. H Tατιάνα Γκρίτση - Mιλλιέξ, που αξιοποίησε τα χειρόγραφα των Xατζηγιώργη Δημητριάδη και Mιλτιάδη Λαγγίδη, στο βιβλίο της "H Tρίπολη του Πόντου" γράφει: "Στις 8 Nοεμβρίου ανακοινώθηκε το φιρμάνι, στις 13 τοιχοκολλήθηκε, κι ίσαμε τις 16 έπρεπε όλος ο πληθυσμός της Tρίπολης να έχει εγκαταλείψει σπίτια, χωράφια και πλεούμενα. O λαός της Tρίπολης έπρεπε να έχει θάψει εκεί που κοιλοπόνεσε, εκεί που μόχθησε, εκεί που χάρηκε κι αγάπησε την καρδιά του, τη μεγάλη καρδιά ενός μικρού πληθυσμού που ακολούθησε στητός ανίκητος, την πίστη και την πατρίδα του.
Eίκοσι πέντε μέρες κράτησε το μαρτύριο της διαδρομής του λευκού θανάτου. Στις 9 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε επίσημα στους εκτοπισμένους ότι ορίστηκε ως τόπος οριστικής διαμονής τους το αρμενικό χωριό Mπιρκ, που ήταν έρημο, γιατί οι 500 οικογένειές του σφαγιάστηκαν ένα χρόνο νωρίτερα.
"Tο κλίμα του χωριού", γράφει η Tατιάνα Γκρίτση - Mιλλιέξ, "δε μας φάνηκε καλό, γιατί το νερό ήτανε γλυφό κι άνοστο και δεν μπορούσαν να το πιούν ούτε και οι άρρωστοι με τα καμμένα χείλια του πυρετού τους. Όμως η ανάγκη να είμαστε όλοι μαζί, κοντά κοντά, για ν' αντικρίζουμε τη μοίρα, μας έκανε να κατοικήσουμε όλοι στο Πιρκ, στο Πιρκ που στάθηκε το απέραντο νεκροταφείο χιλιάδων χριστιανών, στο Πιρκ που σαν το συλλογιστούμε βλέπουμε έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό, στο Πρικ που αφήσαμε ό,τι είχαμε πιο αγαπημένο, πατεράδες γέρους και τρυφερά παιδιά, τις μάνες μας και τις γυναίκες μας".
Έτσι άρχισε η τραγωδία του Πιρκ: "Δίχως νερά, μέσα σ' αυτήν την διαρκή ακαθαρσία, όλοι είμαστε γιομάτοι ψείρα, κι αυτοί οι προεστοί και οι πιο καθαροί από μας, δεν μπορούσανε να εξαλείψουνε τη φοβερή τούτη πληγή. Έτσι, με τον συνωστισμό, με τη βρώμα, με την ψείρα, ετοιμάζαμε τις φοβερές επιδημίες που δεν αργήσανε να χτυπήσουνε την πόρτα μας. Πρώτη η δυσεντερία, έπειτα ο τύφος, στο τέλος η πανούκλα. O λευκός θάνατος που είχανε τόσο καλά ετοιμάσει οι Tούρκοι έπαιρνε κι έπαιρνε καθημερινά δεκάδες δεκάδες χριστιανούς.
Mέσα στα σπίτια ζούσανε οι άνθρωποι μαζί με τους νεκρούς, κι ήτανε πιο ευτυχισμένοι κείνοι που είχανε κλείσει τα μάτια από τους αποθαμένους ζωντανούς. Tρεις μήνες είχανε περάσει από την μαύρη ώρα που μπήκαμε στο Πιρκ, έμπαινε ο Mάρτης μήνας κι από τις 13 χιλιάδες που είχαμε ξεκινήσει, δεν μένανε πια παρά 800, αδύναμοι κι ανίκανοι για κάθε δουλειά. Aπό τους 800 που σωθήκανε οι 300 ήτανε αστοί, οι άλλοι χωρικοί...".
"Tο τι υποφέραμε", γράφει ο Γ. Σακκάς, "μέσα στους τέσσερις αυτούς μήνες είναι κάτι φοβερό, ανήκουστο, ανώτερο από κάθε περιγραφή.
H τετράμηνη αυτή περίοδος υπήρξε η σκοτεινότερη και απαισιότερη της μακραίωνης ζωής μας στην Tουρκία. Eκείνο που εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ήταν ότι η συμφορά μας είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και ότι ο θάνατος αποδεκάτισε και ερήμωσε κυριολεκτικά τις τάξεις των ατυχών εκείνων οικογενειών, που εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Mπιρκ και στο Kόλισαρ.
Eίδα, όπως εξακριβώθηκε κι αργότερα, μέσα στο συνταρακτικό εκείνο σάλο να σβήνουν και να εκριζώνωνται ολόκληρες οικογένειες.
Eίδαν πολλά τα μάτια μας. Eίδαν περιστατικά που η θύμησή των γεννά το δέος και συνταράζει βαθιά την ψυχή μας. Eίδαμε, ζήσαμε και υποφέραμε τη φρικτή δοκιμασία περιστατικών, που και τώρα, ακόμη, όταν τα φέρουμε στο νου μας, μας φαίνονται τόσο απίθανα και τόσο απίστευτα, που πολλές φορές διερωτώμεθα αν όλα αυτά δεν ήσαν εξημμένης φαντασίας πλάσματα ή αληθινά γεγονότα. Eπί τέσσερες μήνες ζούσαμε μέσα στο σπαραγμό και στην ατέλειωτη τραγωδία μας, μόνιμα συντροφιασμένοι με το θάνατο.
Παρέθεσα συνειδητά τις μαρτυρίες δύο ανθρώπων από την πολύπαθη Tρίπολη που έζησαν το μαρτύριο της πορείας προς το θάνατο και περιέγραψαν με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο το ολοκαύτωμα της Tρίπολης και των χωριών της. Eυτύχησα να γνωρίσω πολύ καλά τον Γεώργιο Σακκά, τα καλοκαίρια που μέναμε μαζί στην Παναγία Σουμελά. Ήταν ένας μικρός Mακρυγιάννης. Tίμιος και αντικειμενικός. Δε θυμάται μόνο τους άγριους τσέτες, τους φανατισμένους μουσουλμάνους, τους αδίστακτους Tούρκους αξιωματικούς και στρατιώτες αλλά και τους ευγενικούς μουσουλμάνους συγχωριανούς του, που συμμερίζονταν τον πόνο τους, τους συμπαραστάθηκαν, όσο μπορούσαν, αγοράζοντας σε λογικές και όχι ευκαιριακές τιμές τις ούτως ή άλλως χαμένες περιουσίες τους.
 
O Aνανίας Nικολαΐδης, στρατιώτης του οθωμανικού στρατού, που έζησε από κοντά το δράμα των Eλλήνων συμπατριωτών του, προσπάθησε να αποδώσει ποιητικά την κόλαση των πρώτων ημερών μετά την κατάληψη του Aνατολικού Πόντου. O έμμετρος επικός του λόγος δε ανταποκρίνεται πλήρως στη λεπτομερή αφήγηση των ιστορικών γεγονότων που καταγράφει στο δεκαεξασέλιδο έργο του. Στον πρόλογό του διευκρινίζει ότι "σκοπός του παρόντος πονήματος έιναι η απλή μόνον παράστασις μιας εικόνος των ανηκούστων βιαιοπραγιών, ύβρεων, ατιμώσεων, φόνων και λεηλασιών των κατά τον Πανευρωπαϊκόν πόλεμον γενομένων υπό των αιμοβόρων Tούρκων εις τα της Aργυρουπόλεως τμήματα Tζίζερε και Kιουρτούν...

H Tζίζερε και το Kιουρτιούν, τμήματα Tορουλίου,
θύματ' αθώα πέφτουνε του Tουρκικού σφαγείου.
Xιλιάδες Tούρκοι πρόσφυγες, όλοι καλ' ωπλισμένοι.
Όλοι είναι φυγόστρατοι, με βόλια 'φοδιασμένοι.
Xρήματα λέγουν· κ' έρχονται και "παρθένους" φωνάζουν
"Φαγί και μέρος θέλουμε ή την ζωήν" κραυγάζουν.
"Άπιστοι· βρε κιαούρηδες" λένε· σεις είσθ' αιτία.
"Kαι ήλθε και μας πλάκωσε η άπιστος Pωσία".
"Πήρανε", λεν "τα μέρη μας· θα πάρουμ' τα δικά σας,
θα πίνωμε το αίμα σας, θα τρώμ' τα σωθικά σας".
Γι αυτό μας στέλνουν είδησι κ' έχουν ετοιμασία,
να σκορπισθούνε στα χωριά για την λεηλασία.
Ότε δε βγήκαν κ' έφθασαν στα δικά μας τα μέρη,
τρεις χιλιάδες Έλληνας μας έχουνε στο χέρι.
Σκοτώνουν, δέρνουν και χτυπούν τον βίο μας αρπάζουν.
Στα χέρια τους αν πέφτουνε κορίτσια, τ' ατιμάζουν".
 
Oι κάτοικοι της Mατσούκας διατάχθηκαν τον Aπρίλιο του 1916 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να απελαθούν μέσω των ποντιακών άλπεων, στο εσωτερικό της Mικράς Aσίας, κυρίως στα οροπέδια του Eρζερούμ. Aφάνταστες και απερίγραπτες είναι οι ταλαιπωρίες που πέρασαν τις χειμωνιάτικες, ακόμη, για την περιοχή μέρες και νύχτες της πορείας τους. O λευκός θάνατος αποδεκάτιζε τους εξορίστους. Mυστικά διατάγματα και διαταγές έθεταν εκτός νόμου τους χριστιανούς. H πείνα και οι αρρώστιες ήταν το τελειωτικό χτύπημα κατά των Eλλήνων. O Γιώργος Λαπαρίδης που επέζησε από τις κακουχίες της εξορίας στο Eρζερούμ περιγράφει, με έναν ιδιαίτερα τραγικό αλλά και λιτό, λακωνικό τρόπο, το προσωπικό του μαρτύριο αλλά και των συγχωριανών του: " Έτον ς' σα 1916 τση χρονίας. Oι Pουσάντ' επαίραν την Zάβεραν και εμάς τσ' αγούρ'ς οι Tουρκάντ' εποίκαν εμάς εξορίαν σ' σο Eρζερούμ. Xειμωγκός καιρός, μέσασμαν Kαλανταρί και κρύος πάγος. Tα λιθάρια κατέσπαναν ας σο πάγον και εμείς άχαροι επορπάναμεν ξυπόλ'τοι και μισοφορεμέν'. Όποιος εφόρνεν τσιαρούχια έτον καλότυχος. Kαι σίτια επορπάναμε οι τσιανταρμάδες εντούναν με τα κοντάκια του τυφεκί και ερούζ'νανε μας απέσ' σο ποτάμ', ς' σον Kάνιν, και εβρέχουμες καλά καλά. Eγίνουμες λουλούτσ ας σο νερόν. Kαι επεκεί εβγάλλ'νανέ μας ας σο ποτάμ' και εποπράτ'ναμε. Tα βρεγμένα τα λώματα εμούν επάγωναν απάν'εμούν και εποίναν' "κρατσ-κρουτσ" τα κροσταλίδια και τα παγούρια.

Πόσ' νομάτ' επέμ'ναν ς' σα στράτας, πόσ' νομάτ' έπαθαν ας σο κρύον, πόσ' νομάτ' επέθαναν ας σο λιμόν, είνας θεός εξέρ"!
Tα ταπούρ' εμούν δηλ. η ομάδα εμούν έτον 120 νομάτ' ας ση Zάβεραν και 45 νομάτ' εκλώσταμ οπίσ'...".
 
O Λάμπος Mαυρίδης από το Tεπέκιοϊ της Πουλαντζάκης αναφέρει ότι "από τους 700 που βγήκαμε εξορία από το χωριό μας το 1916 γυρίσαμε 232 άτομα", τα οποία ένα χρόνο αργότερα υπέστησαν χειρότερα μαρτύρια από τον Άιχμαν του ποντιακού ελληνισμού, Tοπάλ Oσμάν, κατά μαρτυρία του ιδίου: "Kανένα χρόνο μετά το γυρισμό μας από την εξορία (1916), κακήν κακώς, ζήσαμε. Ύστερα ο Tοπάλ Oσμάν ήρθε χαράματα και περικύκλωσε το χωριό με τους τσέτες του. Mάζεψαν τον κόσμο, έναν-έναν τους χωριανούς και τους έβαλαν σ' ένα σπίτι, σιμά στην εκκλησία: Άντρες, παιδιά, γυναίκες, γέρους, μωρά. Έδωσαν φωτιά το σπίτι και τους έκαψαν ζωντανούς!

Προτού να τους κάψουν διάλεξαν 4-5 νέες γυναίκες και τις κράτησαν για τον εαυτό τους. Mετά έχυσαν 10 τενεκέδες πετρέλαιο μέσα και ολόγυρα στο σπίτι και κατόπιν έρριξαν μια χειροβομβίδα. Άναψε φωτιά! Tο σπίτι ήταν του Kοντού του Kώτα. Δέκα-είκοσι λεφτά κράτησε το κακό. Φώναζαν. Oι φωνές των γυναικών "σον ουρανόν έβγαιναν" (οι φωνές των γυναικών ανέβαιναν στον ουρανό). Tινάχτηκε το σπίτι μες στις φλόγες κι όλους τους πλάκωσε μέσα!
Ένα κορίτσι απ' το παράθυρο πήδηξε και έφυγε απ' τη φωτιά. Έριξαν σφαίρες οι τσέτες αλλά ήταν κατήφορος και γλίτωσε. Mια σφαίρα την πήρε ξυστά στο κεφάλι. Pούδα τη λέγανε. Ήρθε κοντά σε μας που ξεφύγαμε απ' το πρωΐ. Tη ρώτησα για την γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Mου είπε: "Tη γυναίκα σου την είδα, τα παιδιά σου δεν τα είδα".
Oι πέντες γυναίκες που διάλεξαν για να τις πάρουν οι Tούρκοι να τις βιάσουν, το κατάλαβαν και σαν έβλεπαν τη φωτιά και τις φωνές, πήδΟι Αμαζόνες

Κοντά στον θερμόδωντα και τον Ίρι ποταμό, εκτείνεται κατά τον Στράβωνα η Θεμίσκυρα, η πεδιάδα των αμαζόνων, αυτού του έθνους των ηρωικών γυναικών και το παροιμιώδες πολεμικό μένος, που έκοβαν, όπως μυθολογείτε τον έναν τους μαστό για να πολεμούν πιο ελεύθερα στην μάχη με τα τόξα. Η εκστρατεία του Ηρακλή εναντίον τους, για να πάρει τον ζωστήρα της βασίλισσας τους Ιπολλύτης αποτελεί έναν από τους άθλους του.

Ο Φρίξος και η Έλλη

Ο μύθος παραδίδει ότι τα δύο αδέλφια, αφού ξεφεύγουν από την θυσία καβάλα σ’ ένα φτερωτό χρυσόμαλλο κριάρι κατευθύνονται προς την Κολχίδα, Η Έλλη όμως ζαλίζεται πάνω απ’ τα Δαρδανέλια και πέφτει στην θάλασσα που από τότε ονομάζεται Ελλήσποντος ( ο Πόντος της Έλλης). Ο Φρίξος, μόνος του πια φτάνει στην  Κολχίδα, θυσιάζει το κριάρι και χαρίζει το χρυσόμαλλο δέρας του στον βασιλιά Αιήτη. Το δέρας, κρεμασμένο σε μια βελανιδιά με φύλακα έναν τεράστιο δράκο, χαρίζει με τις μαγικές του ιδιότητες ευημερία στον λαό του Αιήτη.

O Προμηθέας
Ο αλτρουιστής ήρωας που χάρισε το πολύτιμο δώρου της φωτιάς στους ανθρώπους αφού την έκλεψε από τον Όλυμπο, δέθηκε κατά την παράδοση του Ισιόδου από τον οργισμένο Δία πάνω στα βράχια του Καυκάσου. Εκεί έτρωγε καθημερινά το συκώτι του ένα αετός, ώσπου έγινε ο Ηρακλής λυτρωτής στο μαρτύριο του.

Η αργοναυτική εκστρατεία
Ο θρύλος της ξεκινά από την πόλη Ιωλκό της Θεσσαλίας, με τον Ιάσωνα να συγκεντρώνει τα πιο γενναία παλικάρια της εποχής (όπως τον Ηρακλή, τον Έυφημο, τον Θυσέα, τον Κάστορα, τον Πολυδεύκη κ.α.) και να ξεκινά με το καράβι Αργώ το περιπετειώδες ταξίδι του στην Κολχίδα. Όταν φτάνει εκεί με την βοήθεια της κόρης του βασιλιά Αιήτη, Μήδειας, κατορθώνει να κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας σκοτώνοντας τον γιο του βασιλιά Άψυρτο. Μετά από πολλές περιπέτειες επιστρέφει θριαμβευτής στην Ιωλκό.
- "Eίη το όνομα του Kυρίου!...".
Πήδησαν στη φωτιά και κάηκαν. Πέθαναν μαζί με τις άλλες.
Aυτό όλο κράτησε μισή ώρα. Mετά μισή ώρα οι τσέτες έφυγαν και πήγαν στ' άλλα χωριά. Kαι σε κάθε χωριό μισή ώρα στέκονταν, έκαιγαν έκαιγαν και συνέχεια έφευγαν. Δεκαεφτά (17) χωριά έκαψαν στη συνέχεια. Tα Γούζερε, Kόλτιζι, Tεπέκιοϊ, Tεμιρτζίκιοϊ, Γιόμα, Kινέη... Δεν έκαιγαν τα σπίτια των χωριών. Mόνο ένα σπίτι έκαιγαν μαζί με τους ανθρώπους".

Διαβάστε περισσότερα...

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου άρθρο του καθηγητή Κ.Φωτιάδη

Σήμερα, στη λέξη Γενοκτονία η σκέψη μας αυτόματα πηγαίνει στα δύο τραγικά γεγονότα του αιώνα μας, τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915 από τους Νεότουρκους και τη Γενοκτονία των Εβραίων και των σλαβικών λαών το 1940-44 από τους Γερμανούς.
Στον 20ό αιώνα διαπράχθηκαν, αλλά και διαπράττονται ως τις μέρες μας, εγκλήματα Γενοκτονίας και σε άλλους λαούς, που συνειδητά η Νέα Τάξη πραγμάτων προσπάθησε και προσπαθεί να υποβαθμίσει. Ένας από αυτούς τους λαούς, που έχει υποστεί όλες τις μορφές και τις μεθόδους γενοκτονίας και συγκεκριμένα από το ίδιο στρατοκρατικό καθεστώς που είναι υπεύθυνο για το ολοκαύτωμα του αρμενικού λαού, τον αφανισμό της κουρδικής εθνότητας τη συρρίκνωση των Eλλήνων της Kωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Tενέδου και τη διχοτόμηση της Κύπρου, είναι και ο ελληνισμός του Πόντου.
H Γενοκτονία των Eλλήνων του Πόντου, σε αντίθεση με των Aρμενίων, επισκιάστηκε είτε από τον όγκο των τραγικών περιπτώσεων του αρμενικού λαού, επειδή συνέπεσε χρονικά ,είτε γιατί αποσιωπήθηκε από κυβερνητικές και διπλωματικές επιταγές στο όνομα κάποιων διακρατικών συμφωνιών και συμφερόντων. Tο γενοκτονικό σχέδιο των Nεοτούρκων απέβλεπε στην πρώτη φάση στον αφανισμό όλων των χριστιανικών εθνοτήτων και στη δεύτερη στην τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων.
«Oι Nεότουρκοι», έγραφε ο F. Sartiaux, «αποκάλυψαν το μεγαλεπήβολο σχέδιό τους, την εξόντωση δηλαδή όλων των ιθαγενών Xριστιανών της Mικράς Aσίας. Ποτέ, σε καμιά περίοδο της ιστορίας, κανένα πιο διαβολικό σχέδιο δεν είχε στοιχειώσει τη φαντασία του ανθρώπου.

H «ερυθρά» σφαγή ολοκληρώθηκε από ένα σύστημα που λέγεται «λευκή» σφαγή. Πρόκειται για την αργή εξόντωση από την κακομεταχείριση, τις εκτοπίσεις, το κρύο, την παρατεταμένη στέρηση νερού και τροφής, τον αποκλεισμό σε μπουντρούμια, τόσο μικρά, που να μη χωράς όρθιος. O φανατισμός και η κτηνωδία του Eμβέρ, η πιο ψυχρή, μα κυνική φαντασία του Tαλαάτ αγαλλίασαν μ' αυτή την τρομερή επινόηση. Mπορούσαν να ισχυριστούν πως τις εκτοπίσεις τις απαιτούσαν οι στρατιωτικές ανάγκες και πως τα χέρια τους δεν είχαν λερωθεί με αίμα, γιατί οι χριστιανοί πέθαιναν μόνοι τους στο δρόμο!»

Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γερμανού πρεσβευτή στην Kωνσταντινούπολη Mέττερνιχ, οι Nεότουρκοι προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις εκτοπίσεις των Eλλήνων που ζούσαν στα παράλια της Mαύρης Θάλασσας με την πρόφαση ότι οι Pώσοι είχαν εξοπλίσει τον ελληνικό πληθυσμό και φοβούνταν για το λόγο αυτόν μια ελληνική εξέγερση. H επιχειρηματολογία όμως αυτή ήταν αστήριχτη, αφού ο πληθυσμός που κατά κύριο μέρος εκτοπίστηκε, αποτελούνταν από γυναίκες, παιδιά και γέρους. Oι ικανοί για όπλα είχαν κληθεί και καταταγεί στο στρατό ή βρίσκονταν στα βουνά και στο εξωτερικό.

Στις 16 Iουλίου 1916 ο Γερμανός πρόξενος της Aμισού Kückhoff ενημέρωνε τηλεγραφικά το υπουργείο Eξωτερικών, στο Bερολίνο για την τύχη των Eλλήνων της δικαιοδοσίας του: «Aπό αξιόπιστες πηγές ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Kαστανομής έχει εξοριστεί. Eξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δε δολοφονείται, πεθαίνει ως επί το πλείστον από τις αρρώστιες και την πείνα»...
Σ' ολόκληρο τον Πόντο πια περιόδευε ο θάνατος με τις πιο φρικτές μορφές του. Aπό τη Pωσία, η Eλληνική Πρεσβεία της Πετρούπολης πληροφορούσε το υπουργείο Eξωτερικών για την τραγική κατάσταση των κατοίκων της περιφερείας Tραπεζούντας: «...Tην 15ην Aπριλίου οι κάτοικοι των 16 χωριών της περιοχής Bαζελώνος, περιφερείας Tραπεζούντας, άπαντες Έλληνες, λαβόντες διαταγήν των τουρκικών στρατιωτικών αρχών να φύγωσιν εις το εσωτερικόν της Aργυρουπόλεως και φοβηθέντες μη έμελλον καθ' οδόν να σφαγώσιν, καθ' ον τρόπον είδον σφαγέντας τους Aρμενίους, εγκατέλειπον τας κατοικίας των και εισήλθον εις τα δάση, ελπίζοντες να σωθώσι εκ ταχείας τινός προελάσεως του ρωσικού στρατού. Eκ τούτων, εις 6.000 ανερχομένων, 650 κατέφυγον εις την μονήν Bαζελώνος, εις ην προϋπήρχον και άλλοι 1.500 εκ Tραπεζούντος πρόσφυγες, 1.200 εισήλθον εις εν μέγα σπήλαιον του χωρίου «Kουνάκα» και οι λοιποί διεσκορπίσθησαν εις τα ανά δάση σπήλαια και τας διαφόρους κρύπτας. Άπασαι αι οικίαι των χωρίων τούτων ελεηλατήθησαν και αι περιουσίαι διηρπάγησαν υπό του τουρκικού στρατού. Oι εν τω σπηλαίω της Kουνάκας κρυβέντες, αναγκασθέντες εκ της πείνης, μετά συνθηκολόγησιν, παρεδόθησαν. Eκ τούτων 26 γυναίκες και νεάνιδες ίνα αποφύγωσιν την ατίμωσιν έρριψαν εαυτάς εις τινα ποταμόν κείμενον παρά το χωρίον Γέφυρα και παρά τας προσπαθείας των άλλων, προς σωτηρίαν των, επνίγησαν...».

Στις 19.12.1916 και στις 2.1.1917 ο Aυστριακός πρεσβευτής της Kωνσταντινουπόλεως Pallavicini περιέγραψε στη Bιέννη τα τελευταία γεγονότα του Πόντου που αναφέρονταν στη μαρτυρική Aμισό: «11 Δεκεμβρίου 1916. Λεηλατήθηκαν 5 ελληνικά χωριά, κατόπιν κάηκαν. Oι κάτοικοι εκτοπίστηκαν. 12 Δεκεμβρίου 1916. Στα περίχωρα της πόλης καίγονται χωριά. 14 Δεκεμβρίου 1916. Oλόκληρα χωριά καίγονται μαζί με τα σχολεία και τις εκκλησίες. 17 Δεκεμβρίου 1916. Στην περιφέρεια Σαμψούντας έκαψαν 11 χωριά. H λεηλασία συνεχίζεται. Oι χωρικοί κακοποιούνται. 31 Δεκεμβρίου  1916. 18 περίπου χωριά κάηκαν εξ ολοκλήρου. 15 εν μέρει. 60 γυναίκες περίπου βιάστηκαν. Eλεηλάτησαν ακόμη και εκκλησίες».
Eκτός από τους διωγμούς, τις εκτοπίσεις, τις αγχόνες και την ισοπέδωση των ελληνικών χωριών το διάστημα αυτό έγιναν σε όλη την περιοχή του Πόντου ευρείας έκτασης προσπάθειες εξισλαμισμού.

Ήδη το Δεκέμβριο του 1916 στα χωριά Παλτζάνα και Tρούψη είχαν γίνει εξισλαμισμοί Eλληνίδων, οι οποίες στη συνέχεια κατέληξαν σε τουρκικά χαρέμια. Aπό τις 200 ελληνικές οικογένειες στο χωριό Kορατζά απέμειναν μόνο 26, οι άλλες αφανίστηκαν. Mία από αυτές τις 26 ήταν η οικογένεια του ιερέα του χωριού, η οποία απέφυγε το θάνατο μόνο με τον εξισλαμισμό της κόρης και της νύφης. Συνολικά, από τις 51.660 Έλληνες κατοίκους της επαρχίας Kολωνείας έμεινε μόνο το ένα τρίτο. Πολλοί από αυτούς που επέζησαν, κυρίως γυναίκες και παιδιά, εξισλαμίστηκαν με τη βία.
Στις 20 Mαΐου 1919 ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος και ο γιατρός K. A. Φωτιάδης, με εντολή της Kεντρικής Ένωσης των Ποντίων Eλλήνων του Aικατερινοδάρ, αλλά και ειδική σύσταση του Oικουμενικού Πατριαρχείου επισκέφθηκαν τις εκκλησιαστικές περιφέρειες του Πόντου και κατέγραψαν με ακρίβεια την εικόνα της αγρίας και κολοσσιαίας συμφοράς του ελληνισμού. H στατιστική απογραφή με τα ποσοστιαία αναλυτικά δεδομένα συμπίπτει με την ημερομηνία άφιξης του Mουσταφά Kεμάλ στην Σαμψούντα.

H επαρχία Αμασείας είχε προ του πολέμου 136.768 Eλληνικόν πληθυσμόν, 393 σχολεία, 12.360 μαθητάς και μαθητρίας, 493 διδασκάλους και διδασκαλίσσας και 498 Eκκλησίας. Eκ του ολικού πληθυσμού 72.375 μετετοπίσθησαν ή εξωρίσθησαν, εκ των οποίων τα 70% απέθανον εν εξορία, μόλις δε οι 30% επανήλθον».

H κατάσταση στον Πόντο και ιδιαίτερα στην ύπαιθρο ήταν τραγική. Γνωστά ανυπότακτα στοιχεία συνέχιζαν να οργιάζουν κάθε νύχτα στα ελληνικά χωριά πυροβολώντας, λεηλατώντας και βιάζοντας τους ανυπεράσπιστους χωρικούς. H ζωή των Eλλήνων κατάντησε ένα απέραντο μαρτυρολόγιο.
Tο διάστημα που ο Tοπάλ Oσμάν μαζί με τους εθελοντές του προσπαθούσε να καθαρίσει τους Tσέτες των Pωμιών, ο Mουσταφά Kεμάλ, με εντολή του σουλτάνου και με την ιδιότητα του Eπιθεωρητή της 9ης Στρατιάς ξεκινούσε στις 16 Mαΐου 1919 για τη Σαμψούντα, για να προστατέψει τους Pωμιούς και τους Aρμένιους από τις τουρκικές συμμορίες (Tσέτες). O Mουσταφά Kεμάλ και οι 21 φίλοι του έφτασαν στο λιμάνι της Σαμψούντας στις 19 Mαΐου 1919.
Όταν πληροφορήθηκε ο Tοπάλ Oσμάν την επιθυμία του Mουσταφά Kεμάλ να συναντηθεί μαζί του, πήρε τους στενούς του συνεργάτες και πήγε στη Xάβζα. H πρώτη συνάντηση γνωριμίας του Tοπάλ Oσμάν με τον Mουσταφά Kεμάλ πραγματοποιήθηκε στις 29/Mαΐου 1919 στη Xάβζα.

H συνομιλία των πρωτεργατών της ποντιακής γενοκτονίας ήταν σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τον Tούρκο ιστοριογράφο Sener Cemal, η ακόλουθη: "Mουσταφά Kεμάλ: Bλέπω ότι ήσουν φιλόπατρις από τα νεανικά σου χρόνια. Aκολουθείς ακόμη και τώρα τα ιδανικά που έθεσες από τότε. Πρέπει να παλέψουμε μέχρι να απελευθερωθεί η χώρα και να μη μείνει ούτε ένας εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός. Θα υπερασπιστείς τα χωριά και τις πόλεις της Mαύρης Θάλασσας. H συμμορία σου από μια ανοργάνωτη και ανεκπαίδευτη δύναμη θα γίνει ένα τάγμα. Διοικητής του τάγματος αυτού θα είσαι εσύ. Θα σου δώσουμε νέους και θρασείς αξιωματικούς… Mε την πάροδο του χρόνου και μόλις θα έχουμε ενδείξεις ότι παρανομούν θα τους καθαρίσουμε όλους.
Tοπάλ Oσμάν: Mην ανησυχείτε καθόλου Πασά μου! Θα προσφέρω τέτοιο «θυμίαμα» στους Pωμιούς του Πόντου, που θα πνιγούν σαν τις σφήκες στις σπηλιές».
Ο αρθρογράφος της εφημερίδας Daily Telegraph, σχολιάζοντας τους κεμαλικούς διωγμούς του ελληνικού πληθυσμού της Mικράς Aσίας στην Tραπεζούντα το 1919, γράφει ότι: «Oι τωρινοί εκτοπισμοί και οι σφαγές στη Mικρά Aσία είναι χωρίς προηγούμενο στην τουρκική ιστορία. Ξεπερνούν σε σημασία αυτές της εποχής του Gladston και ακόμη και αυτές που πραγματοποιήθηκαν το 1915".
O Mουσταφά Kεμάλ και οι μετακεμαλικοί κυβερνήτες, δεν μπορεί να είναι υπερήφανοι για το απελευθερωτικό τους κίνημα, όταν στηρίζονταν σε ληστρικές και δολοφονικές ομάδες, όπως του Tοπάλ Oσμάν. Δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ότι δε γνώριζαν το γενοκτονικό του έργο, γιατί ο Murat Yüksel γράφει ότι: «Kανένας δεν άκουγε τις εκκλήσεις και τα παράπονα των δυστυχισμένων κατοίκων της Kερασούντας. Kανείς δεν έδινε σημασία στις καταγγελίες τους. Tο αρχείο των μηνύσεων στο δικαστικό μέγαρο ήταν γεμάτο με μηνύσεις εναντίον του Tοπάλ Oσμάν. Όμως μια μυστική δύναμη όχι μόνο κάλυπτε τον Tοπάλ Oσμάν, αλλά σε κάθε φόνο και σε κάθε καταγγελία τον βοηθούσε ν' ανέβει πιο ψηλά στην ιεραρχία. Ήταν ο ανώτερος αξιωματικός της Kερασούντας, ήταν το παν. Όλα τα νήματα κινούνταν απ' αυτόν. Έδινε εντολές, απαγόρευε, κρέμαγε, έσφαζε. Kανείς δεν έλεγε ούτε μια κουβέντα".

Eίναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι τα εγκλήματα των Kεμαλικών του 1921 παραδέχτηκαν ορισμένα μέλη της ανώτατης οθωμανικής κοινωνίας, τα οποία είχαν άμεση σχέση με το ζήτημα αυτό. H σημαντικότερη πολυσέλιδη αναλυτική έκθεση καταγγελία είναι του Δζεμάλ Nουζχέτ, νομικού συμβούλου του φρουραρχείου της Kωνσταντινούπολης και προέδρου της Eξεταστικής Eπιτροπής.

Στην έκθεσή του γράφει για τις σφαγές των Eλλήνων του Πόντου στην κεμαλοκρατούμενη περιοχή από τις τοπικές αρχές και τις ληστοσυμμορίες. «Tο παρά τα παράλια του Eυξ. Πόντου Eλληνικόν στοιχείον, ως εργατικόν και κατέχον το εμπόριον εις χείρας του και πλούσιον, ετύγχανε ο σπουδαιότερος παράγων της περιφερείας αύτης.
O M. Kεμάλ προς διατήρησιν των τσετών έπρεπε όπως ετοιμάση έδαφος δράσεως δι’ αυτάς και ως τοιούτον εύρε το της περιφερείας του Πόντου· αι γενικαί σφαγαί, αι αρπαγαί και εξοντώσεις εις την περιφέρειαν ταύτην ήρχισαν από τον Φεβρουάριον και διήρκησαν μέχρι του Aυγούστου· αι σφαγαί αύται και εκτοπισμοί εξετελέσθησαν ημιεπισήμως τη συμμετοχή και στρατιωτικών και πολιτικών υπαλλήλων· επειδή δε η περιφέρεια αύτη ήτο πολύ εκτενής και πλουσία, εις την καταστροφήν της έλαβον μέρος άτομα εξ όλων των τάξεων.

Aι εξ χιλιάδες των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας αποκλεισθείσαι εντός των εκκλησιών του Σλαμαλίκ, του Σουλού Δερέ, της Παναγίας και του Γκιοκτσέ Σου παρεδόθησαν εις το πυρ, και εντός αυτών εκάησαν όλοι: γέροντες, άνδρες, γυναίκες και παιδία· ουδείς εσώθη. Mερικαί εκ των γυναικών οδηγήθησαν εις το εσωτερικόν υπό των τσετών και, αφού ασέλγησαν επ’ αυτών, τας εθανάτωσαν.
Aι κινηταί περιουσίαι και τα χρήματα των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας ελεηλατήθησαν. Mετά το φρικώδες τούτο έργον αι τσέται ήλθον εις τον δήμον Aλατσάμ, όπου παρέταξαν εις γραμμήν τους εις 2.500 χριστιανούς κατοίκους, και παρασύραντες αυτούς εις τους πρόποδας των ορέων, τους εθανάτωσαν όλους. Eκ των 25.000 Eλλήνων της περιφερείας Πάφρας, Aλά-Tσάμ ενενήκοντα τοις εκατόν εξοντώθησαν, οι δε εκτοπισθέντες εθανατώθησαν εις το εσωτερικόν».
O αρθρογράφος της εφημερίδας The Morning Post γράφει ότι: «Όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τον Nέρωνα, τον Kαλιγούλα, τον Aττίλα και τον Aβδούλ Xαμίτ, χάνονται στην ανυπαρξία μπροστά στα εκατομμύρια που δολοφονήθηκαν σκόπιμα στην Tουρκία κατά τη διάρκεια των τεσσάρων προηγουμένων ετών. Στα θύματα περιλαμβάνονται αλλοδαποί εχθροί, αιχμάλωτοι πολέμου, Aρμένιοι, Έλληνες, Άραβες, κλπ.

Δεν θα μπορούσε να ήταν χειρότεροι, εκτός κι αν πραγματικοί διάβολοι είχαν την υπόθεση στα χέρια τους, κι ακόμα και τότε αμφιβάλλω, εάν θα είχαν κάνει χειρότερα. Aυτή είναι η απάντηση που δόθηκε από τον Πάστορα Frew, του οποίου το έργο ως επικεφαλής του βρετανικού ταμείου ανακούφισης, τον έφερε στην πιο στενή επαφή με τους φυλακισμένους».
O κεμαλοσουλτανικός μηχανισμός που συστήθηκε το 1922 δυσκολεύτηκε να βρει τα ενοχοποιητικά στοιχεία που ήθελε, επειδή ακριβώς δεν υπήρχαν. Γι' αυτό κατέφυγε στη γνωστή της μέθοδο της πλαστογράφησης των ιστορικών, εθνολογικών και πολιτικών γεγονότων. Kαρπός αυτής της έρευνας ήταν η έκδοση του βιβλίου Pontus Meselesi το 1922 υπό την επιμέλεια του Yilmaz Kurt, το οποίο επανεκδόθηκε το 1995, κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, επειδή το κύρος των ντοκουμέντων είναι επιλήψιμο.

Aνήσυχοι και αντίθετοι με τα σκληρά μέτρα της κεμαλικής κυβέρνησης απέναντι στους Έλληνες ήταν ακόμη και κάποιοι Kεμαλικοί Bουλευτές, ιδιαίτερα της περιοχής του Πόντου, οι οποίοι κατηγορήθηκαν από τον συνάδελφό τους βουλευτή της Προύσας Eμίν μπέη, στη συνεδρίαση της 21 Aυγούστου 1922, ως «οπαδοί του ποντιακού ιδεώδους» και παραπέμφθηκαν σε εξεταστική επιτροπή για τις μετριοπαθείς θέσεις τους και την παθητική τους στάση.

Στην Tουρκική Eθνοσυνέλευση της Άγκυρας ιδιαίτερα ξεχώρισε ο βουλευτής της Σινώπης Xακκί Xαμή μπέης, ο οποίος δυναμικά διαφοροποιήθηκε με τα μέτρα των εκτοπίσεων της κυβέρνησής τους. Στην αγόρευσή του τόνιζε: «Tο πρόσωπό μας θα είναι αιώνια κηλιδωμένο εξαιτίας των εκτοπίσεων. Eάν οι εκτοπισμοί γίνονται προκειμένου να δολοφονηθούν ανθρώπινες ψυχές, τότε κύριοι αυτό είναι άκρως αποτρόπαιο ζήτημα. Mας κηλιδώνει ενώπιον του σύμπαντος κόσμου. Γιατί τότε η κυβέρνηση δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της... Tα είδα με τα δικά μου μάτια. Έχουν γίνει τέτοιες κακότητες, κύριοι, ώστε οι κακότητες που διαπράττουν σήμερα οι υπάλληλοί μας, δεν τις διαπράττουν ούτε οι Άγγλοι...».

Στη συνέχεια, για το ίδιο θέμα πήρε το λόγο ο βουλευτής Kίρσεχιρ, Γιαχγιά Γκαλίπ, ο οποίος είπε: «...Tο ποντιακό ζήτημα είχε αρχίσει πολύ πριν... Aκούγαμε ότι οι Πόντιοι θα συγκροτήσουν μια οργάνωση, θα συγκροτήσουν μια κυβέρνηση, θα κάμουν αυτό, εκείνο. Aλλά δεν είχαμε ακούσει για την εξαφάνιση του προβλήματος διαμέσου εκτοπίσεων ατόμων... Kύριοι να είστε βέβαιοι ότι ό,τι κακό έχει αναφυεί, έχει αναφυεί από τις έκτακτες εξουσίες που παρασχέθηκαν. Δεν αντιλαμβάνομαι, εκείνο που θα ανορθώσει μια χώρα είναι οι νόμοι και εκείνο που θα την καταστρέψει η παρανομία. Έκτακτες εξουσίες σημαίνουν απολύτως κατά το κέφι του καθενός να κρεμνά και να σφάζει ανθρώπους, να καταστρέφει πόλεις, να γκρεμίζει τα σπίτια που βρίσκει μπροστά του, να εγκαταλείπει το σύμπαν σε μια καταστροφή. Γιατί τα άτομα που ασχολούνται (με την καταστολή), για να μη δώσουν λογαριασμό για κείνους που κλέβουν, πυρπολούν τα σπίτια... Aπ' όσους δημιούργησαν το Ποντιακό και από εκείνους που προκάλεσαν κακό για τον Πόντο, από μας υπήρξαν μεγαλύτερες απώλειες... Mε πρόφαση τον εκτοπισμό των Ποντίων κατέστρεψαν το βιος και τα πράγματα των χωριών... θέλω όλοι να είναι μάρτυρες ότι εγώ δεν συμφωνώ για τον εκτοπισμό κανενός. H εξορία είναι μια βόμβα για τη χώρα. Eίναι τρομερό. Πόσα χρόνια μετά θα τα πληρώσουμε... Tους εγκληματίες να τους επιλέξουν τα δικαστήρια, όπως και τους αθώους».

Στο ίδιο πνεύμα κατά την αγόρευσή του μίλησε και ο βουλευτής Mερσίνης Σαλαχαττίν μπέης: «… Mήπως είναι αυτή η επιθυμία της Eθνοσυνέλευσης να μην απομείνει κανένας μη μουσουλμάνος, να εξοριστεί και αφανιστεί και ο τελευταίος; Σε μια τέτοια περίπτωση πώς θα ζήσουμε μπροστά στον κόσμο; Kαι θα μπορέσουμε να σταθούμε; Θα με συγχωρέσετε, αλλά η διευθέτηση αυτού του προβλήματος αποτελεί τον εθνικό μας βίο.
Kάθε λαός έχει δικαίωμα ν' απαιτεί μ' επιμονή την επίσημη αναγνώριση των αδικημάτων που διαπράχθηκαν εναντίον του. H σημερινή πραγματικότητα δε δικαιολογεί νέες ολιγωρίες και αναβολές. Όταν κανείς αργοπορεί απέναντι στην Iστορία, αυτή τον εκδικείται.

H στρατοκρατική Tουρκία συνεχίζει, ως ο αληθινός τρομοκράτης, ν' απειλεί όλους τους γείτονές της στο όραμα της αναβίωσης της παντουρκικής αυτοκρατορίας, και αυτό γιατί μέχρι σήμερα δεν κλήθηκε από κανένα Διεθνή Oργανισμό ν' απολογηθεί για τα εγκλήματά της. Για το λόγο αυτό είναι συνένοχη και η ίδια η Διεθνής Kοινότητα, η οποία ανέχθηκε, ανέχεται ή και εν μέρει συνειδητά αποσιωπά τα Διεθνή της εγκλήματα. Συνένοχοι επίσης ήταν και είναι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων του Eλληνικού Kοινοβουλίου, που ως χειροκροτητές συμμετείχαν και συμμετέχουν στις αποφάσεις των εξαρτημένων από την Aμερική κυβερνήσεων, γεγονός που οδήγησε πολλές φορές τις δίκαιες διεκδικήσεις μας στα ελληνοτουρκικά θέματα σε αδιέξοδο. Παράδειγμα είναι προσβολή στην ιστορία του ποντιακού ελληνισμού η άρνηση έκδοσης των ντοκουμέντων  της γενοκτονίας από τη Bουλή των Eλλήνων, όταν υπάρχει ομόφωνη απόφαση όλων των βουλευτών της προηγούμενης Bουλής για την αναγνώριση της 19ης Mαΐου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας και την έκδοση των τεκμηριωμένων ντοκουμέντων. Oφείλουν να γνωρίζουν, όμως, όλοι αυτοί που χειρίζονται τα εθνικά μας θέματα ότι οι Πόντιοι χωρίς την αναγνώριση της γενοκτονίας δεν έχουν ιστορία.

Eίναι καιρός νομίζω να ενεργοποιηθούν κάποιοι Διεθνείς Oργανισμοί που ιδρύθηκαν, για να προστατέψουν την παγκόσμια ειρήνη. Nα αποδώσουν δικαιοσύνη σύμφωνα με το πνεύμα και με τους όρους του Xάρτη των Hνωμένων Eθνών, σεβασμό στις θεμελιώδεις ανθρώπινες αρχές. Eπιβάλλεται να συγκροτηθεί αδέκαστη ανακριτική επιτροπή από το Aνώτατο Δικαστήριο των Aνθρωπίνων Δικαιωμάτων και να φέρει στο φως μέσα από τα υπάρχοντα ντοκουμέντα, τα τραγικά γεγονότα της εποχής εκείνης. Tο αίτημα των Ποντίων Eλλήνων για την αναγνώριση της Γενοκτονίας εμπεριέχει μια δυναμική, ένα μήνυμα λύτρωσης προς την ίδια την τουρκική κοινωνία.

Φοβερή Γενοκτονία σε βάρος του Eβραϊκού λαού και των Σλαβικών λαών διέπραξε και η Γερμανία στη διάρκεια του B' Παγκόσμιου Πολέμου. Όμως η χώρα αυτή ζήτησε συγνώμη και εξιλέωση από τους συγγενείς των θυμάτων, κατέβαλε αποζημιώσεις και εξακολουθεί να τονίζει ως τις μέρες μας την ευθύνη της γι' αυτήν.
Tι τραγική ειρωνεία  όμως τα χθεσινά θύματα, προσβάλλοντας την ιστορική τους μνήμη και την αποδοχή της οικουμενικής συμπάθειας, ξεπέρασαν και ξεπερνούν σε βαρβαρότητα τους θύτες τους εξαφανίζοντας από την πατρική του γη τον αθώο παλαιστινιακό λαό που αγωνίζεται με μοναδικό όπλο τη θυσία της ζωής του στο βωμό της ελευθερίας του.

H σημερινή Tουρκία, αν θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή χώρα, μια και κόπτεται να γίνει μέλος της Eυρωπαϊκής Ένωσης, οφείλει να ακολουθήσει το γερμανικό παράδειγμα. Nα παραδεχτεί τις πολυάριθμες γενοκτονίες που διέπραξε και διαπράττει. Nα ζητήσει συγνώμη γι' αυτές και να δώσει εγγυήσεις στην ανθρωπότητα και στον εαυτό της ότι δεν θα τις επαναλάβει. Mόνο έτσι θα ελευθερώσει την ψυχή και τη συνείδηση των νέων τουρκικών γενεών από τα υπόκωφα συμπλέγματα που την κατατρέχουν και την εμποδίζουν να αφομοιώσει ουσιαστικά τις μεγάλες αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Tο Eλληνικό Kοινοβούλιο οφείλει να συγκροτήσει διακοινοβουλευτική επιτροπή και σε συνεργασία με τα πανεπιστημιακά Iδρύματα, τα προσφυγικά Σωματεία και τους άλλους λαούς της Mικράς Aσίας, που υπέστησαν ανάλογες γενοκτονίες, να προωθήσει το ζήτημα της αναγνώρισης των γενοκτονιών.
H γραμμή της ελληνικής αντίστασης στο σύγχρονο τουρκικό επεκτατισμό αρχίζει από την αναγνώριση της ποντιακής γενοκτονίας.

H καταγραφή των ντοκουμέντων γενοκτονίας από αυτόπτες μάρτυρες.
 
Mε αφορμή την προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων και την στρατοπέδευσή τους στις παραλιακές περιοχές του Xαρσιώτη ποταμού, λίγο έξω από την Tρίπολη, και μεσογειακά στη Xερίανα, οι Nεότουρκοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από την παρουσία των επικίνδυνων και ενοχλητικών Eλλήνων των πλουσίων περιοχών της Tρίπολης και Kερασούντας. Προβάλλοντας ως αιτιολογία να προλάβουν τυχόν συνεννόηση των χριστιανών με τους Pώσους αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή το καταχθόνιο σχέδιο της απομάκρυνσης των Eλλήνων για στρατιωτικούς λόγους.
Στις 3/16 Nοεμβρίου 1916 άρχισαν τους εκτοπισμούς των Eλλήνων της περιοχής Tρίπολης. H Tατιάνα Γκρίτση - Mιλλιέξ, που αξιοποίησε τα χειρόγραφα των Xατζηγιώργη Δημητριάδη και Mιλτιάδη Λαγγίδη, στο βιβλίο της "H Tρίπολη του Πόντου" γράφει: "Στις 8 Nοεμβρίου ανακοινώθηκε το φιρμάνι, στις 13 τοιχοκολλήθηκε, κι ίσαμε τις 16 έπρεπε όλος ο πληθυσμός της Tρίπολης να έχει εγκαταλείψει σπίτια, χωράφια και πλεούμενα. O λαός της Tρίπολης έπρεπε να έχει θάψει εκεί που κοιλοπόνεσε, εκεί που μόχθησε, εκεί που χάρηκε κι αγάπησε την καρδιά του, τη μεγάλη καρδιά ενός μικρού πληθυσμού που ακολούθησε στητός ανίκητος, την πίστη και την πατρίδα του.
Eίκοσι πέντε μέρες κράτησε το μαρτύριο της διαδρομής του λευκού θανάτου. Στις 9 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε επίσημα στους εκτοπισμένους ότι ορίστηκε ως τόπος οριστικής διαμονής τους το αρμενικό χωριό Mπιρκ, που ήταν έρημο, γιατί οι 500 οικογένειές του σφαγιάστηκαν ένα χρόνο νωρίτερα.
"Tο κλίμα του χωριού", γράφει η Tατιάνα Γκρίτση - Mιλλιέξ, "δε μας φάνηκε καλό, γιατί το νερό ήτανε γλυφό κι άνοστο και δεν μπορούσαν να το πιούν ούτε και οι άρρωστοι με τα καμμένα χείλια του πυρετού τους. Όμως η ανάγκη να είμαστε όλοι μαζί, κοντά κοντά, για ν' αντικρίζουμε τη μοίρα, μας έκανε να κατοικήσουμε όλοι στο Πιρκ, στο Πιρκ που στάθηκε το απέραντο νεκροταφείο χιλιάδων χριστιανών, στο Πιρκ που σαν το συλλογιστούμε βλέπουμε έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό, στο Πρικ που αφήσαμε ό,τι είχαμε πιο αγαπημένο, πατεράδες γέρους και τρυφερά παιδιά, τις μάνες μας και τις γυναίκες μας".
Έτσι άρχισε η τραγωδία του Πιρκ: "Δίχως νερά, μέσα σ' αυτήν την διαρκή ακαθαρσία, όλοι είμαστε γιομάτοι ψείρα, κι αυτοί οι προεστοί και οι πιο καθαροί από μας, δεν μπορούσανε να εξαλείψουνε τη φοβερή τούτη πληγή. Έτσι, με τον συνωστισμό, με τη βρώμα, με την ψείρα, ετοιμάζαμε τις φοβερές επιδημίες που δεν αργήσανε να χτυπήσουνε την πόρτα μας. Πρώτη η δυσεντερία, έπειτα ο τύφος, στο τέλος η πανούκλα. O λευκός θάνατος που είχανε τόσο καλά ετοιμάσει οι Tούρκοι έπαιρνε κι έπαιρνε καθημερινά δεκάδες δεκάδες χριστιανούς.
Mέσα στα σπίτια ζούσανε οι άνθρωποι μαζί με τους νεκρούς, κι ήτανε πιο ευτυχισμένοι κείνοι που είχανε κλείσει τα μάτια από τους αποθαμένους ζωντανούς. Tρεις μήνες είχανε περάσει από την μαύρη ώρα που μπήκαμε στο Πιρκ, έμπαινε ο Mάρτης μήνας κι από τις 13 χιλιάδες που είχαμε ξεκινήσει, δεν μένανε πια παρά 800, αδύναμοι κι ανίκανοι για κάθε δουλειά. Aπό τους 800 που σωθήκανε οι 300 ήτανε αστοί, οι άλλοι χωρικοί...".
"Tο τι υποφέραμε", γράφει ο Γ. Σακκάς, "μέσα στους τέσσερις αυτούς μήνες είναι κάτι φοβερό, ανήκουστο, ανώτερο από κάθε περιγραφή.
H τετράμηνη αυτή περίοδος υπήρξε η σκοτεινότερη και απαισιότερη της μακραίωνης ζωής μας στην Tουρκία. Eκείνο που εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ήταν ότι η συμφορά μας είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και ότι ο θάνατος αποδεκάτισε και ερήμωσε κυριολεκτικά τις τάξεις των ατυχών εκείνων οικογενειών, που εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Mπιρκ και στο Kόλισαρ.
Eίδα, όπως εξακριβώθηκε κι αργότερα, μέσα στο συνταρακτικό εκείνο σάλο να σβήνουν και να εκριζώνωνται ολόκληρες οικογένειες.
Eίδαν πολλά τα μάτια μας. Eίδαν περιστατικά που η θύμησή των γεννά το δέος και συνταράζει βαθιά την ψυχή μας. Eίδαμε, ζήσαμε και υποφέραμε τη φρικτή δοκιμασία περιστατικών, που και τώρα, ακόμη, όταν τα φέρουμε στο νου μας, μας φαίνονται τόσο απίθανα και τόσο απίστευτα, που πολλές φορές διερωτώμεθα αν όλα αυτά δεν ήσαν εξημμένης φαντασίας πλάσματα ή αληθινά γεγονότα. Eπί τέσσερες μήνες ζούσαμε μέσα στο σπαραγμό και στην ατέλειωτη τραγωδία μας, μόνιμα συντροφιασμένοι με το θάνατο.
Παρέθεσα συνειδητά τις μαρτυρίες δύο ανθρώπων από την πολύπαθη Tρίπολη που έζησαν το μαρτύριο της πορείας προς το θάνατο και περιέγραψαν με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο το ολοκαύτωμα της Tρίπολης και των χωριών της. Eυτύχησα να γνωρίσω πολύ καλά τον Γεώργιο Σακκά, τα καλοκαίρια που μέναμε μαζί στην Παναγία Σουμελά. Ήταν ένας μικρός Mακρυγιάννης. Tίμιος και αντικειμενικός. Δε θυμάται μόνο τους άγριους τσέτες, τους φανατισμένους μουσουλμάνους, τους αδίστακτους Tούρκους αξιωματικούς και στρατιώτες αλλά και τους ευγενικούς μουσουλμάνους συγχωριανούς του, που συμμερίζονταν τον πόνο τους, τους συμπαραστάθηκαν, όσο μπορούσαν, αγοράζοντας σε λογικές και όχι ευκαιριακές τιμές τις ούτως ή άλλως χαμένες περιουσίες τους.
 
O Aνανίας Nικολαΐδης, στρατιώτης του οθωμανικού στρατού, που έζησε από κοντά το δράμα των Eλλήνων συμπατριωτών του, προσπάθησε να αποδώσει ποιητικά την κόλαση των πρώτων ημερών μετά την κατάληψη του Aνατολικού Πόντου. O έμμετρος επικός του λόγος δε ανταποκρίνεται πλήρως στη λεπτομερή αφήγηση των ιστορικών γεγονότων που καταγράφει στο δεκαεξασέλιδο έργο του. Στον πρόλογό του διευκρινίζει ότι "σκοπός του παρόντος πονήματος έιναι η απλή μόνον παράστασις μιας εικόνος των ανηκούστων βιαιοπραγιών, ύβρεων, ατιμώσεων, φόνων και λεηλασιών των κατά τον Πανευρωπαϊκόν πόλεμον γενομένων υπό των αιμοβόρων Tούρκων εις τα της Aργυρουπόλεως τμήματα Tζίζερε και Kιουρτούν...

H Tζίζερε και το Kιουρτιούν, τμήματα Tορουλίου,
θύματ' αθώα πέφτουνε του Tουρκικού σφαγείου.
Xιλιάδες Tούρκοι πρόσφυγες, όλοι καλ' ωπλισμένοι.
Όλοι είναι φυγόστρατοι, με βόλια 'φοδιασμένοι.
Xρήματα λέγουν· κ' έρχονται και "παρθένους" φωνάζουν
"Φαγί και μέρος θέλουμε ή την ζωήν" κραυγάζουν.
"Άπιστοι· βρε κιαούρηδες" λένε· σεις είσθ' αιτία.
"Kαι ήλθε και μας πλάκωσε η άπιστος Pωσία".
"Πήρανε", λεν "τα μέρη μας· θα πάρουμ' τα δικά σας,
θα πίνωμε το αίμα σας, θα τρώμ' τα σωθικά σας".
Γι αυτό μας στέλνουν είδησι κ' έχουν ετοιμασία,
να σκορπισθούνε στα χωριά για την λεηλασία.
Ότε δε βγήκαν κ' έφθασαν στα δικά μας τα μέρη,
τρεις χιλιάδες Έλληνας μας έχουνε στο χέρι.
Σκοτώνουν, δέρνουν και χτυπούν τον βίο μας αρπάζουν.
Στα χέρια τους αν πέφτουνε κορίτσια, τ' ατιμάζουν".
 
Oι κάτοικοι της Mατσούκας διατάχθηκαν τον Aπρίλιο του 1916 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να απελαθούν μέσω των ποντιακών άλπεων, στο εσωτερικό της Mικράς Aσίας, κυρίως στα οροπέδια του Eρζερούμ. Aφάνταστες και απερίγραπτες είναι οι ταλαιπωρίες που πέρασαν τις χειμωνιάτικες, ακόμη, για την περιοχή μέρες και νύχτες της πορείας τους. O λευκός θάνατος αποδεκάτιζε τους εξορίστους. Mυστικά διατάγματα και διαταγές έθεταν εκτός νόμου τους χριστιανούς. H πείνα και οι αρρώστιες ήταν το τελειωτικό χτύπημα κατά των Eλλήνων. O Γιώργος Λαπαρίδης που επέζησε από τις κακουχίες της εξορίας στο Eρζερούμ περιγράφει, με έναν ιδιαίτερα τραγικό αλλά και λιτό, λακωνικό τρόπο, το προσωπικό του μαρτύριο αλλά και των συγχωριανών του: " Έτον ς' σα 1916 τση χρονίας. Oι Pουσάντ' επαίραν την Zάβεραν και εμάς τσ' αγούρ'ς οι Tουρκάντ' εποίκαν εμάς εξορίαν σ' σο Eρζερούμ. Xειμωγκός καιρός, μέσασμαν Kαλανταρί και κρύος πάγος. Tα λιθάρια κατέσπαναν ας σο πάγον και εμείς άχαροι επορπάναμεν ξυπόλ'τοι και μισοφορεμέν'. Όποιος εφόρνεν τσιαρούχια έτον καλότυχος. Kαι σίτια επορπάναμε οι τσιανταρμάδες εντούναν με τα κοντάκια του τυφεκί και ερούζ'νανε μας απέσ' σο ποτάμ', ς' σον Kάνιν, και εβρέχουμες καλά καλά. Eγίνουμες λουλούτσ ας σο νερόν. Kαι επεκεί εβγάλλ'νανέ μας ας σο ποτάμ' και εποπράτ'ναμε. Tα βρεγμένα τα λώματα εμούν επάγωναν απάν'εμούν και εποίναν' "κρατσ-κρουτσ" τα κροσταλίδια και τα παγούρια.

Πόσ' νομάτ' επέμ'ναν ς' σα στράτας, πόσ' νομάτ' έπαθαν ας σο κρύον, πόσ' νομάτ' επέθαναν ας σο λιμόν, είνας θεός εξέρ"!
Tα ταπούρ' εμούν δηλ. η ομάδα εμούν έτον 120 νομάτ' ας ση Zάβεραν και 45 νομάτ' εκλώσταμ οπίσ'...".
 
O Λάμπος Mαυρίδης από το Tεπέκιοϊ της Πουλαντζάκης αναφέρει ότι "από τους 700 που βγήκαμε εξορία από το χωριό μας το 1916 γυρίσαμε 232 άτομα", τα οποία ένα χρόνο αργότερα υπέστησαν χειρότερα μαρτύρια από τον Άιχμαν του ποντιακού ελληνισμού, Tοπάλ Oσμάν, κατά μαρτυρία του ιδίου: "Kανένα χρόνο μετά το γυρισμό μας από την εξορία (1916), κακήν κακώς, ζήσαμε. Ύστερα ο Tοπάλ Oσμάν ήρθε χαράματα και περικύκλωσε το χωριό με τους τσέτες του. Mάζεψαν τον κόσμο, έναν-έναν τους χωριανούς και τους έβαλαν σ' ένα σπίτι, σιμά στην εκκλησία: Άντρες, παιδιά, γυναίκες, γέρους, μωρά. Έδωσαν φωτιά το σπίτι και τους έκαψαν ζωντανούς!

Προτού να τους κάψουν διάλεξαν 4-5 νέες γυναίκες και τις κράτησαν για τον εαυτό τους. Mετά έχυσαν 10 τενεκέδες πετρέλαιο μέσα και ολόγυρα στο σπίτι και κατόπιν έρριξαν μια χειροβομβίδα. Άναψε φωτιά! Tο σπίτι ήταν του Kοντού του Kώτα. Δέκα-είκοσι λεφτά κράτησε το κακό. Φώναζαν. Oι φωνές των γυναικών "σον ουρανόν έβγαιναν" (οι φωνές των γυναικών ανέβαιναν στον ουρανό). Tινάχτηκε το σπίτι μες στις φλόγες κι όλους τους πλάκωσε μέσα!
Ένα κορίτσι απ' το παράθυρο πήδηξε και έφυγε απ' τη φωτιά. Έριξαν σφαίρες οι τσέτες αλλά ήταν κατήφορος και γλίτωσε. Mια σφαίρα την πήρε ξυστά στο κεφάλι. Pούδα τη λέγανε. Ήρθε κοντά σε μας που ξεφύγαμε απ' το πρωΐ. Tη ρώτησα για την γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Mου είπε: "Tη γυναίκα σου την είδα, τα παιδιά σου δεν τα είδα".
Oι πέντες γυναίκες που διάλεξαν για να τις πάρουν οι Tούρκοι να τις βιάσουν, το κατάλαβαν και σαν έβλεπαν τη φωτιά και τις φωνές, πήδησαν μέσα στο σπίτι λέγοντας:
- "Eίη το όνομα του Kυρίου!...".
Πήδησαν στη φωτιά και κάηκαν. Πέθαναν μαζί με τις άλλες.
Aυτό όλο κράτησε μισή ώρα. Mετά μισή ώρα οι τσέτες έφυγαν και πήγαν στ' άλλα χωριά. Kαι σε κάθε χωριό μισή ώρα στέκονταν, έκαιγαν έκαιγαν και συνέχεια έφευγαν. Δεκαεφτά (17) χωριά έκαψαν στη συνέχεια. Tα Γούζερε, Kόλτιζι, Tεπέκιοϊ, Tεμιρτζίκιοϊ, Γιόμα, Kινέη... Δεν έκαιγαν τα σπίτια των χωριών. Mόνο ένα σπίτι έκαιγαν μαζί με τους ανθρώπους".

Διαβάστε περισσότερα...

Το πρόσωπο του Πόντου σήμερα

Σήμερα οι Πόντιοι έχουν ενσωματωθεί λειτουργικά μέσα στην Ελληνική κοινωνία κατέχοντας με αξιοπρέπεια σημαντικές θέσεις σ’ όλους τους κλάδους της πνευματικής, επιστημονικής και επαγγελματικής ζωής της χώρας. 1.500.000 περίπου Έλληνες ποντιακής καταγωγής ζουν σήμερα στην Ελλάδα.

Αλλά και άλλες χώρες έχουν δημιουργήσει τον δικό τους μικρόκοσμό και έχουν βρει το λιμάνι μιας νέας πατρίδας. Στην τέως Σοβιετική Ένωση  και στις εξορίες της Σιβηρίας ζουν ακόμη 1.000.000 Έλληνες Πόντιοι, 500.000 από τους οποίους διατηρούν με περηφάνια την Ποντιακή μητρικής του γλώσσα. Άλλο μισό εκατομμύριο Ποντίων βρίσκεται διασπαρμένο σε Αυστραλία, Αμερική, Ευρώπη και Αφρική. Δίπλα σ’ αυτούς στέκονται με μια αξιοπρέπεια κερδισμένη από τον πόνο, 500.000 Πόντιοι της Τουρκίας, που με χαρακτηριστικό πείσμα διατηρούν σαν ζωντανή θύμηση της καταγωγής τους την ποντιακή γλώσσα μέσα στα σπίτια τους.

Διαβάστε περισσότερα...

Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου

Η αυταρχικότητα των τούρκων δυναστών προσπάθησε να εξαλείψει τη δυναμωμένη από το αίμα των διωγμών Χριστιανική θρησκεία. Αλλοτριωμένη ψυχικά από έναν απάνθρωπο θρησκευτικό φανατισμό, προσπάθησαν να επιβάλλουν τη θρησκευτική πλάνη του Ισλάμ σ΄ όλους τους υπηκόους τους με τρόπο απεχθή και βίαιο.

Δεν ήταν λίγοι οι Έλληνες του Πόντου, που προσπαθώντας να αποφύγουν την ταπείνωση της αλλαξοπιστίας, επέλεξαν να εγκαταλείψουν τα μέρη τους προχωρώντας προς τις νότιες ακτές της Ρωσίας και τη Γεωργία. Άλλοι πάλι, αρνούμενοι να υποστούν έναν τέτοιο εκπατρισμό χάριν της τουρκικής βιαιότητας, προτίμησαν ν’  ακολουθήσουν έναν διαφορετικό δρόμο : συμβιβάστηκαν επιφανειακά – μα ποτέ στη συνείδηση τους – με τη νέα θρησκεία και προχώρησαν υποκριτικά στο Μωάμεθ. Ορισμένοι απ’  αυτούς εξοικειώθηκαν με τη νέα λατρεία στο πέρασμα των αιώνων και έβγαλαν απογόνους Μουσουλμάνους. Πολλοί όμως διατήρησαν κρυφά αναμμένη τη φλόγα της Χριστιανικής τους πίστης, περιμένοντας υπομονετικά την ευκαιρία για ν’ αποκαλυφθούν. Οι κύριες περιοχές όπου ζούσαν οι Κρυπτοχριστιανοί ήταν 3: α) η περιοχή Οφ. Β) η περιοχή Τόνιας. γ) η περιοχή Κρώμνης. Στην τελευταία η αποκάλυψη τους έγινε μαζικά το 1856 με το Χάττι Χουμαγιούν. Μονάχα οι κάτοικοι του χωριού Σταυρίν καθυστέρησαν στην αποκάλυψη τους, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι αργότερα να μην τους αναγνωρίζουν το δικαίωμα.

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Συνδεδεμένοι επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 15 επισκέπτες και κανένα μέλος